(Απόσπασμα από το εργο του Ιωάννη Μπουγά «Θεσσαλία Πρωτοπόρα 1941-49»)
«..Οι πιστές στον κομμουνισμό πρώην αντάρτισσες, συνήθιζαν να λένε για τις σχέσεις τους με τους άνδρες αντάρτες: «στο βουνό ήμασταν σαν αδέρφια». Η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ διαφορετική. Είναι γεγονός ότι η ηγεσία του «ΔΣΕ» είχε ορίσει προφορικούς και γραπτούς κανόνες καλής συμπεριφοράς προς τις γυναίκες. Τι όμως συνέβαινε στην πράξη, είναι μια άλλη ιστορία. Κατ΄αρχήν, δεν απαγορευόταν η δημιουργία σχέσεων μεταξύ ανταρτών και ανταρτισσών, αλλά επεβάλετο η επισημοποίηση των σχέσεων με γάμο που εκτελούσε ο στρατιωτικός διοικητής. Οι εγκυμοσύνες αποθαρρύνονταν, αλλά συχνά συνέβαιναν. Η πρώτη επιλογή ήταν έκτρωση, ιδιαίτερα όταν η σχέση ήταν παράνομη. Από τη Μακεδονία και τη Θράκη, οι γυναίκες που έμεναν έγκυες, και δεν υπήρχε ιατρός για έκτρωση ή δεν την ήθελαν, στέλνονταν στη Γιουγκοσλαβία ή τη Βουλγαρία να γεννήσουν. Οι πιο πολλές άφηναν εκεί τα παιδιά τους και επέστρεφαν στις Μονάδες τους.
Όμως, προώθηση σε αυτές τις χώρες δεν μπορούσε να γίνει για γυναίκες από τις άλλες περιοχές της χώρας, οι οποίες αναγκάζονταν να κρατούν τα παιδιά τους στο βουνό. Τα παιδιά όμως έκλαιγαν και πρόδιδαν τη θέση τους, όταν τις Μονάδες τους τις πλησίαζε ο Στρατός. Δεν ήταν λίγα τα περιστατικά που αντάρτισσες μητέρες πιέστηκαν από τους συντρόφους τους να εγκαταλείψουν τα παιδιά τους ή να τα πνίξουν».
Πνιγμός μωρών είχε συμβεί πολλές φορέςς το 1948-49. Ο λόγος που έπνιγαν τα μωρά ήταν γιατί με το κλάμα τους θα πρόδιδαν τη θέση τους στον Στρατό.







