Τί ἔκαμε λοιπόν ὁ Τελώνης; Ὅταν τ᾽ ἄκουσε αὐτά δέν εἶπε: «Σύ ποιός εἶσαι πού λές αὐτά ἐναντίον μου; Ἀπό πού γνωρίζεις τό βίο μου; Δέν ἔμεινες μαζί μου. Δέν ζήσαμε μαζί. Γιατί ὑπερηφανεύεσαι τόσο πολύ; Ποιός εἶναι μάρτυρας τῶν δικῶν σου ἀγαθοεργιῶν; Γιατί παινεύεις τόν ἑαυτό σου; Γιατί κάνεις χάρη στόν ἑαυτό σου;» Ὅμως τίποτε ἀπ’ αὐτά δέν εἶπε ὁ Τελώνης, ἀλλ᾽, ἀφοῦ ἔσκυψε, προσκύνησε καί εἶπε: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με τόν ἁμαρτωλό», καί μέ τήν ταπεινοφροσύνη πού ἔδειξε ὁ Τελώνης δικαιώθηκε. Ἀντίθετα ὁ Φαρισαῖος κατέβηκε ἀπό τό ναό στερημένος τή δικαίωση, ἐνῶ ὁ Τελώνης κατέβηκε πετυχαίνοντας τή δικαίωση.
Πραγματικά πές μου, τί ὑπάρχει χειρότερο ἀπό τόν Τελώνη; Εἶναι πραγματευτής ξένης σοδειᾶς, καί μοιράζεται ξένους κόπους. Καί τόν κόπο βέβαια δέν τόν προσέχει, ἐνῶ τό κέρδος τό μοιράζεται. Ὥστε ἡ ἁμαρτία τοῦ Τελώνη εἶναι ἡ χειρότερη. Γιατί τίποτε ἄλλο δέν εἶναι ὁ Τελώνης, παρά σκέτος ἐκβιασμός. Ἐκβιασμός χωρίς φόβο, ἁμαρτία νόμιμη, εὔσχημη πλεονεξία. Πραγματικά τί ὑπάρχει χειρότερο ἀπό τόν Τελώνη πού κάθεται στό δρόμο καί τρυγάει τούς ξένους κόπους; Ὅταν εἶναι ἡ ὥρα τῶν κόπων, καμιά φροντίδα ἐκ μέρους του, ὅταν ὅμως φτάνει ἡ στιγμή τοῦ κέρδους, ἀπό ἐκεῖνα πού δέν κόπιασε παίρνει τή μερίδα. Ὥστε, ἐάν ὁ Τελώνης, ἐνῶ ἦταν ἁμαρτωλός, πέτυχε τόση μεγάλη δωρεά μέ τήν ταπεινοφροσύνη του, πόσο πιό μεγάλη δέν θά ἐπιτύχει ἐκεῖνος πού εἶναι ἐνάρετος καί ζεῖ ταπεινά; Ὥστε, ἄν ἐξομολογηθεῖς τίς ἁμαρτίες σου καί ταπεινωθεῖς, γίνεσαι δίκαιος. Θέλεις νά μάθεις καί ποιός εἶναι ταπεινόφρονας; Πρόσεχε τόν Παῦλο τόν δάσκαλο τῆς οἰκουμένης, τόν πνευματικό ρήτορα, τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, τό λιμάνι τό ἀκύμαντο, τόν πύργο τόν ἀσάλευτο, ἐκεῖνον πού μέ τό μικροκαμωμένο σῶμα του περικύκλωνε τήν οἰκουμένην καί σάν κάποιος φτερωτός περιέτρεξε αὐτήν. Πρόσεχε ἐκεῖνον πού ἔχει ταπεινό λογισμό, τόν ἀμαθή καί φιλόσοφο, τόν φτωχό καί πλούσιο. Ἐκεῖνον ὀνομάζω πραγματικό ταπεινόφρονα, ἐκεῖνον πού ὑπέμεινε ἀμετρήτους κόπους, πού ἔστησε ἀμέτρητα τρόπαια κατά τοῦ διαβόλου, πού κήρυττε καί ἔλεγε, «ἡ χάρη Του πρός ἐμένα δέν ἦταν χωρίς ἀποτέλεσμα, ἀλλά περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους κόπιασα» (Α’ Κορ. 15, 10). Ἐκεῖνος πού ὑπέμεινε φυλακές καί πληγές καί μαστιγώματα, ἐκεῖνος πού σαγήνευσε μ᾽ ἐπιστολές τήν οἰκουμένη, ἐκεῖνος πού κλήθηκε μέ οὐράνια φωνή. Ἐκεῖνος ταπεινοφρονεῖ, λέγοντας:«Γιατί ἐγώ εἶμαι ὁ πιό ἀσήμαντος ἀπ᾽ ὅλους τούς ἀποστόλους, καί δέν εἶμαι ἱκανός νά ὀνομασθῶ ἀπόστολος» (Α’ Κορ. 15, 9).
Εἶδες μέγεθος ταπεινοφροσύνης, εἶδες τόν Παῦλο πού ταπεινοφρονεῖ, πού ὀνομάζει ἐλάχιστο τόν ἑαυτό του; Γιατί λέγει, «ἐγώ εἶμαι ὁ πιό ἀσήμαντος ἀπό τούς ἀποστόλους, καί δέν εἶμαι ἱκανός νά ὀνομασθῶ ἀπόστολος». Γιατί αὐτό πραγματικά εἶναι ταπεινοφροσύνη, τό νά ταπεινώνεται σ᾽ ὅλους καί νά ὀνομάζει τόν ἑαυτό του ἐλάχιστο…»





