Τοῦ Πρωτ. Βασιλείου Κοκολάκη,
ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ὑψώσεως Τιμίου Σταυροῦ Χολαργοῦ
ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ὑψώσεως Τιμίου Σταυροῦ Χολαργοῦ
Ἄλλο ἕνα βιβλίο τοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ κυκλοφόρησε, «Σεξουαλικός
προσανατολισμός καί ταυτότητα φύλου. Οἱ απαντήσεις... καί οἱ ἄνθρωποι»,
τό ὁποῖο ἀπαιτοῦσε ὀφειλόμενη κριτική, τήν ὁποία καί πραγματοποίησα,
ἀφοῦ πρῶτα μελέτησα ἐπισταμένως τά ὅσα γράφει.
Πρίν τήν ἀνάγνωση ὅμως τῆς κριτικῆς, θέτω κάποιες προϋποθέσεις:
Ἄν κάποιος νομίσει πώς εἶμαι προκατειλημμένος, ἄς μήν εἶναι
τουλάχιστον καί ἐκεῖνος μέ μένα. Δέν ἔχω κάτι προσωπικό μέ τόν
συγγραφέα, ἁπλῶς ἀντικειμενικά κριτικάρω τά ὅσα γράφει.
Ἄν κάποιος θεωρήσει πώς τά ὅσα θά διαβάσει στήν παροῦσα κριτική
ἀποτελοῦν μία φονταμενταλιστική ἐμμονή σέ στερεότυπα μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς,
θέλω νά πιστεύω πώς δέν θά θεωρεῖ στερεότυπη ἀκόμη καί τήν ἴδια τήν
ἑλληνική σύνταξη τῆς προτάσεως πού χρησιμοποίησα γιά νά ἐκφράσω αὐτήν
μου τή σκέψη. Οὔτε καί φονταμελιστική στάση τό νά χρησιμοποιῶ αὐτήν τή
συγκεκριμένη σύνταξη καί γραμματική. Νισάφι πιά! Θυμίζει αὐτήν τήν
ἀρρωστημένη κατάσταση πού τήν ἐντοπίζει καί ὁ συγγραφέας γιά ἄλλο θέμα
καί σέ ἄλλο πλαίσιο (σελ. 86) – στόν ὅρο ὁμοφοβία – κατά τήν ὁποία ὅλοι
οἱ δισταγμοί στό νά σκεφθεῖς, πεῖς, πράξεις κάτι, θεωροῦνται ὁμοφοβίες.
Ἄν κάποιος, ἀφοῦ διαβάσει τήν παροῦσα, κρίνει ὅτι ἀδικεῖται ὁ
συγγραφέας, ἐπειδή μιλᾶ ὡς ἐξειδικευμένος ἐπιστήμων τῆς ψυχιατρικῆς, πού
εἶναι ἡ μία ἰδιότητά του, καί ὄχι ὡς ὀρθόδοξος ἱερέας, ἀπαντῶ:
α. δέν εἶχα καμιά τέτοια πρόθεση νά τόν ἀδικήσω,
β. δέν κρίνω τό πρόσωπο ἀλλά τά γραφόμενα,
γ. δέν χωρίζονται οἱ διπλές ἰδιότητες πού ἔχουν οἱ λειτουργοί τοῦ
Ὑψίστου. Ἀντιθέτως, κάθε τέχνη ἤ ἐπιστήμη στόν ἱερέα πρέπει νά διακονεῖ
τήν ἱερατική του ἰδιότητα. Γι᾿ αὐτό ἐξάλλου ὑπάρχουν καί κανόνες τῆς
Ἐκκλησίας πού ἀπαγορεύουν κάποια ἐπαγγέλματα στούς κληρικούς. Βεβαίως
καί ἀλληλοεπηρεάζονται οἱ δύο ἰδιότητες τῶν κληρικῶν· π.χ.
ἱερεύς-ἐκπαιδευτικός, ἱερεύς-ἰατρός...
Ἐνώπιον ὅμως τοῦ φοβεροῦ Βήματος τοῦ Χριστοῦ μέ ποιά ἰδιότητα θά
παρουσιασθοῦμε; Μέ αὐτή τοῦ κοσμικοῦ ἐρευνητῆ-ἐπιστήμονα πού λέει ὅ,τι
θέλει ἤ ὅ,τι τοῦ ἔμαθαν ἄθεοι ἐρευνητές ἤ τοῦ Λειτουργοῦ - ἐν Χριστῷ
ἐπιστήμονα;
Ἐφ᾿ ὅσον ἔχουμε νά κάνουμε μέ ὅλον τόν ἄνθρωπο, δέν μποροῦμε νά
ξεχωρίσουμε τή θεολογία ἀπό τίς ὑπόλοιπες πτυχές τῆς ζωῆς του μέ τό
σκεπτικό «τί δουλειά ἔχει ὁ Θεός μέ τήν ὑγεία, τήν πολιτική, τήν
παιδεία, τήν ἐπιστήμη, τήν καθημερινότητα». Ἄν πιστεύουμε πώς ὁ Θεός
εἶναι ὁ Δημιουργός μας, τότε ἔχει κάθε δικαίωμα, ἄν Τοῦ τό ἐπιτρέπουμε,
νά ἐπεμβαίνει στήν κάθε πτυχή τῆς ζωῆς μας, ἀκόμη καί τήν πιό ἁπλή.
Ἄν κάποιος διαχωρίσει τήν προπτωτική ἀπό τή μεταπτωτική ζωή τοῦ
ἀνθρώπου, θά διακρίνει εὔκολα τήν διάκριση σέ κατά - παρά - ὑπέρ φύσιν. Ἡ
ἴδια ἡ φύση δέν ἄλλαξε. Στή μεταπτωτική κατάσταση τό παρά φύσιν γίνεται
ἕξις, ὄχι ὅμως νέα φύση. Κλειδί, ἡ μετάνοια: «Μετάνοιά ἐστιν ἐκ τοῦ
παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν καὶ ἐκ τοῦ Διαβόλου πρὸς τὸν Θεὸν ἐπάνοδος
δι᾿ ἀσκήσεως καὶ πόνων». (Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής περί τῆς
ὀρθοδόξου πίστεως). Ἡ μεταπτωτική περίοδος κουβαλᾶ μέσα της ὅλες τίς
συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος μέ ὅποια παρά φύσιν ἐκτροπή αὐτό
μπορεῖ νά σημαίνει. Ὁ μόνος τρόπος θεραπείας, λυτρώσεως καί ἐπιστροφῆς
στόν Παράδεισο προσφέρεται δωρεάν μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία. Τούς
Χριστιανούς τουλάχιστον τούς ἐνδιαφέρει μονάχα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν ἁγίων μαθητῶν καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Δέν
περιπλανῶνται στίς ἄπειρες ὑποκειμενικές τοποθετήσεις εἰδικῶν καί μή ἐπί
τῶν διαφόρων θεμάτων τῆς ζωῆς τους.
Ἄς ξεκινήσουμε ἑπομένως ταπεινά καί ἀγαπητικά, χωρίς πνεῦμα
αὐθεντίας, νά κάνουμε μία σύγκριση-ἀντιπαράθεση τῶν γραφομένων στό
βιβλίο, μέ βάση τά ὅσα ὁ Χριστός καί οἱ ἅγιοι μᾶς διδάσκουν. Καί κάποιες
φορές καί βάσει τῆς ἁπλῆς κοινῆς λογικῆς ἑνός ἀθώου ἐφήβου.
Στή σελ. 17, ὡς πρός τήν αἰτιολογία τῆς ὁμοφυλοφιλίας γράφει ὁ
συγγραφέας «...Στό ἐκκλησιαστικό στρατόπεδο... πολεμοῦν μέ πάθος κάθε
ὑποψία βιολογικῆς προδιάθεσης, διότι θά τούς φέρει σέ θεολογική
ἀπορία...».
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι κιβωτός σωτηρίας, ὄχι ποδοσφαιρικό κλάμπ
ὀπαδῶν, ἕτοιμων γιά σύγκρουση μέ τούς ἀντιπάλους, ὅπως ὑπονοεῖ ὁ
συγγραφέας μέ τή χρήση τῆς λέξης «στρατόπεδο». Ὁ μόνος πόλεμος εἶναι
πρός τήν ἁμαρτία.
Ἐπιπλέον πῶς προεξοφλεῖται τό ἀποτέλεσμα;
Ἡ ἀπορία προφανῶς θά εἶναι «γιατί νά καταδικάζεται ὡς ἁμαρτία ἡ
ὁμοφυλοφιλία ἀφοῦ ὀφείλεται σέ βιολογική προδιάθεση». Μά ἀκόμη καί ἄν
ἰσχύει, εἴμαστε δηλ. ἕρμαια τῶν προδιαθέσεων καί ἀνεύθυνοι τῶν πράξεών
μας; Μήπως αὐτό κατά βάθος θά χρησίμευε ὡς ἄλλοθι γιά νά ἁμαρτάνουν οἱ
ὁμοφυλόφιλοι καί μάλιστα χωρίς τόν φόβο τῆς κολάσεως; Ἡ ἴδια ἡ βιολογική
προαίρεση δέν ἔχει φθαρεῖ ὡς μεταπτωτική; Δέν χρήζει θεραπείας; Ὁ λόγος
τοῦ Εὐαγγελίου πάντως δέν μπαίνει στή λογική τῶν προδιαθέσεων καί τῶν
συνθηκῶν, ἀλλά ἐπί τῆς οὐσίας ρητῶς καταδικάζει τήν ὁμοφυλοφιλία (Α΄
Κορ. στ΄ κεφ. καί Ρωμ. α΄ κεφ.).
Στή σελ. 23 διαβάζει κανείς τό κορυφαῖο «...στήν ὁμοφυλοφιλία συναντᾶ κανείς καί σχέσεις ὥριμης ἀφοσιωμένης ἀγάπης».
Φρίκη καί ὄνειδος. Ἡ ὤριμη ἀγάπη στή χριστιανική συζυγική σχέση
προϋποθέτει γάμο, δηλαδή εὐλογία ἀπό τήν Ἐκκλησία· ἔχει ἐσχατολογική
προοπτική. Εἶναι εἰκόνα τῆς Νύμφης Ἐκκλησίας καί τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.
Δέν εἶναι ἱκανοποίηση μόνο μίας κοσμικῆς ἐπιθυμίας. Εἶναι ὁδός σωτηρίας,
ἑνώσεως μέ τόν Χριστό. Ὅταν ὁ καλεσμένος στόν γάμο διώκεται ἐπειδή δέν
ἔχει τό σωστό ἔνδυμα, πόσο μᾶλλον οἱ νεόνυμφοι; Στή σχέση τῶν
ὁμοφυλοφίλων, ἡ πραγματικότητα τό ἔχει δείξει, κυριαρχοῦν κάποιες
σταθερές ἐν μέρει ἤ ἐν πολλοῖς: ἀρρωστημένη ὑπερευαισθησία, διεστραμμένη
εὐφυΐα, ζήλεια, φθόνος, ρίσκο γιά AIDS, φονικά. Καμιά ὡριμότητα, καμιά
ἀφοσίωση. Ἀφοσίωση (ἀπό + ὅσιος) μέ ἀνόσιες πράξεις δέν ὑπάρχει.
Λίγο παρακάτω, στήν ἴδια σελίδα, ἐκφράζεται ἡ φιλοσοφική θέση «Ὑγιές δέν εἶναι πάντοτε τό φυσικό».
Ὑγιές, θά λέγαμε ἐμεῖς, εἶναι τό φυσικό, τό ἀποκατεστημένο ἀπό τή
νόσο του (ἴδε, ὑγιὴς γέγονας... ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ἡ
ἄλλη). Ἄν δέν εἶναι τό φυσικό ὑγιές, τότε τό γραφικό «καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς
τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» σημαίνει ὅτι δέν εἶδε καλά τά
πάντα ὁ Θεός καί οὔτε καλά λίαν ἔφτιαξε τόν κόσμο. Αὐτό πού λέει ὁ
συγγραφέας ἰσχύει ὅταν τό φυσικό τό θεωρήσουμε μεταπτωτικῶς. Π.χ. ὁ
θάνατος εἶναι φυσικός μεταπτωτικῶς. Δέν εἶναι ὅμως ὑγιής. Εἶναι παρά
φύσιν γεγονός, συνέπεια τῆς ἁμαρτίας, «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον
γένηται». Στόν Παράδεισο πρίν τήν πτώση ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα ἀθανασίας.
Ἄρα ἄν ὁ ὅρος «φυσικό» θεωρηθεῖ προπτωτικῶς, τότε καί μόνο τότε εἶναι
ὑγιές ὅ,τι εἶναι φυσικό.
Στή συνέχεια, στή σελ. 24 ἀναφέρεται ἡ σκόπιμη πρόταση:

