Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Οί ψευδομάρτυρες « ζηλωτές », καταληψίες τής Ι. Μ. Εσφιγμένου . † Στῶμεν καλῶς †





Αιρετικός ψευτοϊερομόναχος τών καταληψιών , φωνάζει νά τόν σώσουν απ΄ τό... « μαρτύριο » !



   “Τρείς σταυρούς επήξατο εν Γολγοθά ο Πιλάτος•δύω τοις ληστεύσασι και ένα του Ζωοδότου”. Ο ένας (τού Ζωοδότου) είναι ο Σταυρός της αγάπης, ο άλλος της μετανοίας και ο τρίτος του θράσους.
   Την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης η ανώτερη αρετή ήταν η τήρηση του νόμου. Η μεγαλύτερη δε υποκρισία, ήταν η υποκρισία της δήθεν τηρήσεώς του. Η υποκρισία είναι η μεγαλύτερη ασθένεια, αν λάβουμε υπ' όψη μας την στάση του Κυρίου απέναντι στους υποκριτές. Βλέπουμε, δηλαδή, τον Χριστό να αντιμετωπίζη με ευσπλαχνία τους αμαρτωλούς, και αντίθετα δείχνει μεγάλη αυστηρότητα στους υποκριτές - φαρισαίους. Και για μεν τους πρώτους είπε: ήλθα για να σώσω το απολωλός, για δε τους υποκριτές εξεστόμισε τα φοβερά ουαί.
Στις ημέρες μας, εποχή, ιστορικώς, της Κ.Δ., κατά την οποία δεσπόζει ο Σταυρός και η Ανάσταση του Κυρίου, μεγίστη δε εντολή είναι η αγάπη και ύψιστο δείγμα της αγάπης το μαρτύριο - θυσία, στην εποχή μας, λοιπόν, η μεγαλύτερη υποκρισία είναι η υποκρισία ότι είναι κανείς σταυρωμένος ή μάρτυρας ή διωκόμενος.
Δηλαδή, παρατηρείται το φαινόμενο να εντάσσουμε το μαρτύριο και την θυσία στην προοπτική της ανθρωπαρέσκειας, πράγμα μεν ανόητο, ολέθριο δε για τις ψυχές των ανθρώπων.

Το κείμενο της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους


Την αφορμή για τις σκέψεις αυτές μας έδωσε ένα πρόσφατο κείμενο της Κοινότητος του Αγίου Όρους. Αναφέρομαι στο φυλλάδιο με τίτλο “Η αλήθεια για την υπόθεση των κατεχόντων την Ιερά Μονή Εσφιγμένου” (Καρυές, Φεβρουάριος 2003). Στο αγιορείτικο αυτό κείμενο περιέχονται διαπιστώσεις που περιγράφουν όχι μόνον το συγκεκριμένο πρόβλημα που έχουν να αντιμετωπίσουν, αλλά και άλλα παρόμοια που καταταλαιπωρούν την Εκκλησία μας.
Μερικά από τα σημεία που αναφέρονται στην προσπάθεια Χριστιανών και δη μοναχών δημιουργίας εικόνας διωκομένου είναι:
“...Παρουσιάζουν την Ι. Κοινότητα ως δήμιο και εαυτούς ως μάρτυρας, προσκαλώντας μάλιστα σε αντίδραση τους φίλους και υποστηρικτές τους, οι οποίοι και δημιουργούν κατά περιόδους ανάλογες ταραχές” (σελ. 13).
“Παράλληλα οργανώθηκε νέα έξαρση ψευδολογίας και παραπληροφορήσεως, παρουσιάζοντας την κλήση προς ακρόαση (δηλ. την παροχή επωφελούς γι' αυτούς δικαιώματος) ως διωγμό χάριν της πίστεως, κατά τρόπο τελείως παράλογο, εκτοξεύοντας απίστευτες διαβολές και αφήνοντας μάλιστα να διαρρέουν και τρομοκρατικές απειλές εις βάρος των Μονών του Αγ. Όρους” (σελ. 14-15).
“Έτσι χρησιμοποιώντας χωρίς φόβο Θεού όσα θεμιτά και αθέμιτα μέσα παρέχουν οι σύγχρονες τεχνικές κατασκευής εικονικών πραγματικοτήτων, παρουσίασαν τους μεν εαυτούς των ως θύματα δήθεν διωκόμενα για την πίστη και τα θρησκευτικά τους φρονήματα, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, όλους δε τους αγιορείτες ως τυράννους και κακούργους...” (σελ. 16).
“...γιά να γίνουν οι πρώτοι στην ιστορία φωνασκούντες "μάρτυρες της πίστεως" σε απευθείας αναμετάδοση (εδώ μάλλον πρέπει να εννοήσουμε το "πρώτοι" ως προς την "απευθείας αναμετάδοση", γιατί δυστυχώς δεν είναι οι πρώτοι "φωνασκούντες μάρτυρες της πίστεως" ούτε και οι μοναδικοί), κατά πλήρη, ματαιόδοξη και αξιοθρήνητη εκκοσμίκευση και γελοιοποίηση των ιερών της πίστεώς μας” (σελ. 18).
“-Διώκεται η Ι.Μ. Εσφιγμένου; –Διπλή παραπλάνηση. Δεν είναι δυνατόν να ονομάζεται "διωγμός" η εφαρμογή της εννόμου τάξεως και μάλιστα με τρόπο ειρηνικό...” (σελ. 19).
“Εδώ οφείλουμε να καταγγείλουμε την απόπειρα θεατρικής κατασκευής ηρώων εκ του ασφαλούς” (σελ. 33).
Όλα αυτά που γράφονται από την Ιερά Κοινότητα φανερώνουν ότι οι έννοιες του διωγμού και της θυσίας εντάσσονται δυστυχώς στα πλαίσια της ανθρωπαρέσκειας και της ανομίας.
Επιδημία
Αυτό το φαινόμενο έχει λάβει στις ημέρες μας μορφή επιδημίας. Και παρατηρούμε ότι Χριστιανοί, πρόσωπα ή ομάδες, που έχουν διαφορές με άλλες ομάδες ή με την Ιεραρχία της Εκκλησίας, περιφέρουν, ως άλλοι “σταυροφόροι”, σε κανάλια, εφημερίδες, δρόμους, δικαστήρια κλπ. τον βαρύ χαρακτηρισμό του “σταυρωμένου”, του “διωκομένου”.
Αυτές οι περιπτώσεις, οι πλέον εμφανείς και “χονδροκομμένες”, αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου που έχει σχηματισθή, καθόσον ένας μεγάλος αριθμός Χριστιανών ζη μέσα στην φαντασία του δήθεν “διωκομένου”. Και ακούμε από παντού φωνές: “σηκώνω μεγάλο σταυρό”, “μέ διώκουν, αλλά υπομένω”, “είμαι μάρτυρας” κλπ., που μπορούν να αναφέρονται σε οποιοδήποτε επίπεδο της εκκλησιαστικής ζωής, από τις οικογενειακές σχέσεις μέχρι την διοίκηση της Εκκλησίας.
Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέγει ο άγιος Γέροντας π. Παΐσιος σχετικά με την αντιμετώπιση της σύγκρουσης μεταξύ των συζύγων από ορισμένους Πνευματικούς. Συγκεκριμένα ελέγχει την συμβουλή που δίδουν οι Πνευματικοί αδιακρίτως σε κάθε έναν από τους συζύγους που μαλώνουν μεταξύ τους: “Κάνε υπομονή, αυτός είναι ο σταυρός σου. Τί να κάνουμε; Θα έχης μισθό από τον Θεό”. Την συμβουλή αυτή σχολιάζει ως εξής ο Γέροντας: “Οπότε αυτός που φταίει αναπαύει τον λογισμό του ότι ανέχεται τον άλλον, ενώ κάθε μέρα τον σκάζει”! Και παραθέτοντας ένα παράδειγμα μιας τέτοιας αντιμετώπισης και πώς ο ίδιος το διόρθωσε, καταλήγει: “Να είναι αυτός ο φταίχτης και να νομίζη κιόλας ότι σηκώνει πολύ μεγάλο σταυρό!” (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Δ' Οικογενειακή ζωή, εκδ. Ι. Ησ. Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σελ. 55-57).
Είναι γεγονός ότι η μεταπτωτική μας κοινωνία χαρακτηρίζεται από πλήθος συγκρουσιακών καταστάσεων, οι οποίες μπορεί να οφείλονται στα πάθη, στον αγώνα επιβίωσης, στις παρεξηγήσεις, στην προσπάθεια επιβολής της νομιμότητος, ή στον πόλεμο του κοσμοκράτορος του κόσμου τούτου εναντίον των μαθητών του Χριστού, κατά τον λόγο Του: “ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξωσι” (Ιω. ιε', 20). Μόνο η τελευταία περίπτωση “ουκ έστι εκ του κόσμου τούτου”.
Οι σταυρωμένοι της αγάπης

Έναντι των τραγικών αυτών υπάρξεων που περιφέρουν κατά φαντασία ή και καθ' υπόκριση τον δήθεν “σταυρό” τους, υπάρχουν και οι γνήσιοι μαθητές του Χριστού που απολαμβάνουν τον μακαρισμό Του: “μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ' υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού” (Ματθ., ε' 11). Σ' αυτούς αναφέρονται ένα πλήθος αγιογραφικών χωρίων (π.χ. η προφητεία του Προφήτη Ησαΐα για τον Χριστό, που είναι ο μάρτυς ο πιστός ο πρωτότοκος: “ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη, και ως αμνός άμωμος εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμα αυτού”) και Πατέρων (π.χ. ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: “Αλλά για να μη νομίσης ότι μακάριους ποιεί απλώς η κάθε κατηγορία, έθεσε δύο προϋποθέσεις, όταν κατηγορούνται γι' Αυτόν και όταν είναι ψευδή τα λεγόμενα. Γιατί αν δεν συμβαίνει αυτό (δηλαδή αν δε κατηγορείται για το όνομά Του και αν όσα του προσάπτονται είναι αληθή) όχι μόνον δεν είναι μακάριος ο κατηγορούμενος, αλλά αντιθέτως είναι και άθλιος”).
Θα ήθελα όμως να περιορισθώ στα όσα καταγράφονται στην επιστολή των Χριστιανών της Βιέννης και της Λυώνος προς τους Χριστιανούς της Μικράς Ασίας. Στο ζωντανό, γεμάτο χάρη και δόξα και αλήθεια αυτό πρωτοχριστιανικό κείμενο, παρουσιάζονται με τον πλέον αυθεντικό τρόπο τα γνωρίσματα του μάρτυρος, τα οποία είναι η υπομονή (“Αντεστρατήγει δε η χάρις του Θεού... αντιπαρέτασσε δε στύλους εδραίους δυναμένους δια της υπομονής πάσαν την ορμήν του πονηρού εις εαυτούς ελκύσαι...” - Τα μαρτύρια των αρχαίων Χριστιανών, εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 192), η προσμονή των μελλόντων (“...όντως επιδεικνύμενοι ότι ουκ "άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς"” - ένθ. ανωτ., σελ. 192-194), η μετοχή του αγίου Πνεύματος (“έχων δε τον παράκλητον εν εαυτώ” - ένθ. ανωτ., σελ. 194), η αγάπη (“ό δια του πληρώματος της αγάπης ενεδείξατο” - ένθ. ανωτ., σελ. 196), η ομοίωση δια της μαθητείας προς τον Χριστό (“ήν γαρ και έστι γνήσιος Χριστού μαθητής, ακολουθών τω αρνίω όπου αν υπάγη” - ένθ. ανωτ., σελ. 196), η ψευδής κατηγορία εναντίον τους (“κατεψεύσαντο ημών” - ένθ. ανωτ., σελ. 196), η κατά Χάρη και όχι φυσική γενναιότητα (“διά της οποίας -Βλανδίνας- ο Χριστός επέδειξεν ότι τα εις τους οφθαλμούς των ανθρώπων φαινόμενα ευτελή και άμορφα και ευκαταφρόνητα αξιούνται μεγάλης δόξης πλησίον του Θεού εξ αιτίας της προς αυτόν αγάπης η οποία δεικνύεται εν δυνάμει και δεν καυχάται δια την εμφάνισιν. Διότι ενώ όλοι ημείς εφοβούμεθα... μήπως δεν κατορθώση ούτε την ομολογίαν να εκφέρη θαρραλέως λόγω της ασθενείας του σώματος, η Βλανδίνα εγέμισε με τόσην δύναμιν, ώστε να παραλυθούν και εξαντληθούν οι βασανίζοντες αυτήν αλληλοδιαδόχως με πάντα τρόπον από το πρωί έως το βράδυ...” - ένθ. ανωτ., σελ. 198-199), η σιωπή και η προσκόλληση στο όνομα του Χριστού (“...εις όλας τας ερωτήσεις απεκρίνετο... "είμαι Χριστιανός", ... άλλην δε λέξιν δεν ήκουσαν από αυτόν οι Εθνικοί” - ένθ. ανωτ., σελ. 200-201).
Και βεβαίως εκείνο που προκαλεί μεγάλη εντύπωση και καθορίζει τους αγίους αυτούς μάρτυρας είναι η μεγάλη ταπείνωσή τους και ο ανείπωτος φόβος Θεού που μεταστοιχειώνεται σε αγάπη. Οι άγιοι ομολογητές, ενώ είχαν πάνω τους τις πληγές του μαρτυρίου και όδευαν προς τον θάνατο, δεν τολμούσαν να ονομάσουν τους εαυτούς τους μάρτυρες ούτε επέτρεπαν τους άλλους να τους ονομάζουν έτσι : “Αυτοί μέχρι τέτοιου σημείου έγιναν ζηλωτές και μιμητές του Χριστού, "ός εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ", ώστε αν και έφθασαν σε τέτοια δόξα και μαρτύρησαν όχι μία ή δύο αλλά πολλές φορές και επανεφέρθησαν πάλι από τα θηρία σκεπασμένοι με καυτήρια και μώλωπες και τραύματα, ούτε οι ίδιοι ανεκήρυξαν τους εαυτούς τους μάρτυρες ούτε σε εμάς επέτρεψαν να τους αποκαλούμε με αυτό το όνομα, αλλά όποιον από εμάς τους ονόμαζε μάρτυρας είτε με επιστολή είτε με λόγο, τον επέπλητταν πικρώς. Γιατί ευχαρίστως παρεχώρουν στον Χριστό την προσηγορία της μαρτυρίας, σε Αυτόν τον πιστό και αληθινό μάρτυρα, τον πρωτότοκο των νεκρών και αρχηγό της ζωής του Θεού, ενθυμούντο τους ήδη εξελθόντες μάρτυρες και έλεγαν: "Εκείνοι είναι πλέον μάρτυρες, όσους ο Χριστός τους αξίωσε να πεθάνουν κατά την στιγμή της ομολογίας, επισφραγίσας την μαρτυρίαν τους με τον θάνατο, εμείς δε είμαστε απλοί και ταπεινοί ομολογητές". Και παρακαλούσαν τους αδελφούς με δάκρυα, ζητώντας να γίνωνται εκτενείς ευχές για την τελείωσή τους. Και την μεν δύναμη της μαρτυρίας επεδείκνυαν με την πράξη, έχοντας πολλή παρρησία προς τα έθνη, και την ευγένειά τους φανέρωναν με την υπομονή και αφοβία και ατρομία, την δε προσηγορία του μάρτυρος εκ μέρους των αδελφών ηρνούντο, καθώς ήσαν πλήρεις φόβου Θεού” (ένθ. ανωτ., σελ. 200-221).
Η επιστολή αυτή είναι αντιπροσωπευτική της εκκλησιαστικής εμπειρίας για το μαρτύριο και βεβαίως δεν είναι το μοναδικό στοιχείο. Σύνολη η αγιογραφική και αγιολογική παράδοση περιέχει παρόμοιες μαρτυρίες, οι οποίες οριοθετούν το αληθινό και σεμνό από το ψεύτικο και ιταμό.
Συνελόντι ειπείν, άλλο είναι ο κοσμικός ηρωϊσμός και η θυσία σ' έναν δίκαιο αγώνα επιβιώσεως, άλλο η κοσμική προσπάθεια επιβίωσης και παραγκωνισμού, άλλο η χρήση της προπαγάνδας σε έναν πόλεμο μεταπτωτικών ανθρώπων και εντελώς διαφορετικό είναι το χριστιανικό μαρτύριο και ο διωγμός. Το μαρτύριο “ουκ έστι εκ του κόσμου τούτου”, δίδεται άνωθεν και είναι το τελευταίο στάδιο της επίπονης τελειώσεως του χριστιανού. Χαρακτηριστικά δε του μάρτυρος είναι η ομοίωση με τον Χριστό, η αγάπη, η χαρά, η ταπείνωση, ο φόβος του Θεού που πλέον γίνεται αγάπη, η σιωπή, η δικαιοσύνη (η καθολική αρετή), η ευγένεια, η μαρτυρία στο όνομα του Χριστού.
Νομίζω ότι εξάγεται αβίαστα ως συμπέρασμα πώς η λήψη –ο αναιδής αρπαγμός– του ονόματος του μάρτυρος, πολύ δε περισσότερο η “επί ματαίω” λήψη του ονόματος αυτού, σε οποιοδήποτε επίπεδο της εκκλησιαστικής ζωής, δεν συμβιβάζεται με το πνεύμα του Χριστιανισμού, αποτελεί δε ύψιστη μορφή υποκρισίας.

“Τρείς σταυρούς επήξατο εν Γολγοθά ο Πιλάτος• δύω τοις ληστεύσασι και ένα του Ζωοδότου”. Ο ένας είναι ο Σταυρός της αγάπης, ο άλλος της μετανοίας και ο τρίτος του θράσους και της υποκρισίας.

Κείμενο αγνώστου κληρικού το 2003