Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Γ΄ Κυριακῆ νηστειών - Σταυροπροσκυνήσεως - Καταβασίες .



Ἀνδρέα Θεοδώρου
Ὠδὴ α΄
«Ὁ θειότατος προετύπωσε πάλαι Μωςῆς, ἐν Ἐρυθρᾷ θαλάσῃ, διαβιβάσας Ἰσραήλ, τῷ Σταυρῷ σου τὴν ὑγράν, τῇ ράβδω τεμών, ὠδὴν σοι ἐξόδιον, ἀναμέλπων Χριστὲ ὁ Θεός».
Ὁ θειότατος Μωυσῆς προτύπωσε παλαιά, στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, διὰ τῆς ὁποίας διαβίβασε τὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἀφοῦ ἔκοψε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σου τὸ νερὸ τῆς θάλασσας μὲ τὴ ράβδο του, ἀναμέλποντας ὠδὴν ἐξόδιο γιὰ τὴν ταφή σου, Χριστὲ ὁ Θεός.
Ἡ προτύπωση καὶ πάλι τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ θειότατο Μωυσῆ, στὸ θαῦμα τῆς διασώσεως τοῦ λαοῦ στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἔκοψε στὰ δύο τὴν ὑγρὴ θάλασσα, ἀφοῦ χτύπησε τὰ νερὰ τῆς σταυροειδῶς μὲ τὴ ράβδο του. Ἡ κίνηση τοῦ Μωυσῆ ἦταν συμβολική. Ἡ σταυροειδὴς κρούση τῆς θάλασσας μὲ τὴ ράβδο, εἰκόνιζε τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ, στὸ ὁποῖο ἀπέθανε ὁ Σωτήρας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Κάνοντας αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, σὰν νὰ συνέθετε ἐξόδια ὠδὴ στὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ Κυρίου μας, ποὺ ἀκολούθησε στὸ σωτήριο πάθος καὶ τὸ θάνατό του.
Ὠδὴ γ΄.
«Στερέωσον Δέσποτα Χριστέ, τῷ Σταυρῷ σου ἐν πέτρᾳ με τῇ τῆς πίστεως, μὴ σαλευθῆναι τὸν νοῦν, ἐχθροῦ προσβολαῖς τοῦ δυσμενοῦς μόνος γὰρ εἶ Ἅγιος».
Στερέωσέ με Δέσποτα Χριστέ, μὲ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ σου στὴν πέτρα τῆς πίστεως, ὥστε νὰ μὴ σαλευθεῖ ὁ νοῦς μου ἀπὸ τὶς προσβολὲς τοῦ δυσμενοῦς ἐχθροῦ (τοῦ διαβόλου)· διότι μόνος σὺ εἶσαι ἅγιος.
Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι εὐρίπιστος. Εὔκολα σαλεύεται καὶ διαχέεται. Πολλὲς σκέψεις καὶ συλλογισμοὶ τὸν σκορπᾶνε, τὸν κάνουν νὰ μετατοπίζεται ἀπὸ τὸ ζωτικὸ κέντρο του. Ὁ διάβολος, ὁ δυσμενὴς καὶ ἀδυσώπητος ἐχθρὸς φυσάει μέσα του τὶς δικές του ἐμπνεύσεις, τὸν ἄνεμο τῶν δικῶν του ἐπινοήσεων. Καὶ μετατοπίζεται εὔκολα ἀπὸ τὴν προσήλωσή του στὸ ἀγαθό τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ διάσωση τῆς λυτρωτικῆς θείας ἀλήθειας, ἀπὸ τὸ ἱλαρὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σὲ ἄλλες σφαῖρες ἄγριες καὶ σκοτεινές, ὅπου ὑπάρχει ἡ πλάνη καὶ ὁ νόμος τοῦ θανάτου.
Καὶ ζητᾶ ὁ προσευχόμενος πιστὸς ἀπὸ τὸν Χριστὸ στερέωση τοῦ νοῦ του στὴν πέτρα τῆς πίστεως, ὥστε νὰ μὴ διαρρέει καὶ νὰ μὴν πλανᾶται στὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἀναλήθεια τῆς ἁμαρτίας. Ζητᾶ διαρκῆ προσήλωση στὸ «ἕνα, οὗτινός ἐστι χρεία», στὸ νόμο καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, στὴ δικαιοσύνη τῆς θείας Βασιλείας. Καὶ ζητᾶ ὅλα αὐτὰ μὲ περιπάθεια, ὅπως ὁ πεινασμένος θέλει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερὸ ὁ διψασμένος, γιατί σ’ αὐτὰ ἔχει τὸ θησαυρό του, τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τὴν ὑπέρτατη χαρὰ τῆς ζωῆς του· τόσο περισσότερο ὅσο ὁ ἐχθρὸς διάβολος ἀπειλεῖ νὰ τὸν σκορπίσει στὰ ἀδιέξοδα τοῦ θανάτου, στὴν εὐρύχωρη ὁδὸ τῆς αἰώνιας ἀπώλειας. Ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ τὸν στηρίξει σὲ «πνεῦμα ἡγεμονικόν», στέρεο καὶ ἀσάλευτο.
Ὠδὴ δ΄.
«Ἐπὶ Σταυροῦ σε Δυνατέ, ὁ φωστὴρ ὁ μέγας κατιδών, τρόμω ἐπαρθεῖς τὰς ἀκτίνας, συνέστειλεν, ἔκρυψε πᾶσα δὲ Κτίσις ὕμνησεν, ἐν φόβῳ τὴν σὴν μακροθυμίαν· καὶ γὰρ ἐπλήσθη ἡ γῆ, τῆς σῆς αἰνέσεως».
Βλέποντάς σε Δυνατὲ πάνω στὸ Σταυρό, ὁ φωστήρας ὁ μέγας (ὁ ἥλιος), καταληφθείς ἀπὸ τρόμο, μάζεψε καὶ ἔκρυψε τὶς ἀκτίνες του· κι ὅλη ἡ κτίση ὕμνησε ἔμφοβη τὴ μακροθυμία σου, ἐνῶ ἡ γῆ γέμισε ἀπὸ τὴν αἴνεσή σου.
Ὅλη ἡ κτίση, ὁ ἥλιος καὶ ἡ γῆ, δὲν ἔμειναν ἀσυγκίνητοι ἀπέναντι στὸ σταυρικὸ πάθος τοῦ δυνατοῦ δημιουργοῦ τῶν ἁπάντων. Ἡ κτίση κατανοεῖ, μὲ τὸν τρόπο τῆς βέβαια, τὶς περιπέτειες -εὐχάριστες ἢ δυσάρεστες- τοῦ πλαστουργοῦ της. Μετέχει στὰ εὐφρόσυνα γεγονότα τοῦ Πλάστη της, ἐνῶ λυπᾶται γιὰ τὴν ἀτίμωση καὶ τὸν ἐπώδυνό του θάνατο. Ἡ φυσικὴ Πλάση, κτισμένη ὁμοίως στὴ δημιουργικὴ θεία ἐνέργεια, δὲν εἶναι ἄσχετη μὲ τὸν Θεό. Ἐξυπηρετεῖ καὶ αὐτή τὸ λυτρωτικὸ σχέδιο τῆς θείας εὐδοκίας. Ἄλλωστε λυτρώθηκε καὶ αὐτὴ διὰ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ πικρὸ φαρμάκι, ποὺ χύθηκε στὰ σπλάχνα της μὲ τὴν παράβαση τοῦ Ἀδάμ, μετέχοντας στὴν καθολικὴ ἀνακαίνιση τῶν πάντων.
Ὁ ἥλιος ταράχτηκε, βλέποντας τὸν ποιητή του νὰ πεθαίνει θάνατο ἄδοξο ἐπάνω στὸ σταυρὸ ἀπὸ τὰ χέρια ἐκείνων, ποὺ ἦλθε νὰ εὐεργετήσει καὶ νὰ λυτρώσει. Συγκλονίστηκε ἀπὸ τὸ θέαμα, μάζεψε τὶς ἀκτίνες του μὴ θέλοντας νὰ φωτίσει τὴν πλάση τὴν πικρὴ ἐκείνη ὥρα, ντύνοντας μὲ τὸ σκοτάδι τὸ θλιβερὸ τόπο τοῦ Κρανίου. Παράλληλα καὶ ἡ γῆ, βλέποντας ὁμοίως τὸν πλάστη της κρεμάμενο στὸ ἀτιμωτικὸ ξύλο, καταλήφθηκε ἀπὸ φόβο, ἀνυμνώντας τὴ μεγάλη μακροθυμία τοῦ Κτίστη τῶν ἁπάντων. Ἔτσι ἡ κένωση τοῦ Λόγου, ποὺ ἔφθασε τὸ ἀποκορύφωμά της στὸ λόφο τοῦ Κρανίου, γέμισε τὴ γῆ ἀπὸ τὴν αἴνεση καὶ τὴ δοξολογικὴ ἀνύμνηση τοῦ δημιουργοῦ τῶν ἁπάντων.
Ὠδὴ ε΄.
«Ὀρθρίζοντες σὲ ἀνυμνοῦμεν, Σωτὴρ τοῦ Κόσμου εἰρήνην, εὑράμενοι τῷ Σταυρῷ σου· δι’ οὗ ἀνεκαίνισας τὸ γένος τὸ ἀνθρώπινον, φῶς πρὸς ἀνέσπερον ἄγων ἡμᾶς».
Ἐγερθέντες (ἀπὸ τὸν ὕπνο) πολὺ πρωί, σὲ ἀνυμνοῦμε Σωτήρα τοῦ κόσμου, γιατί βρήκαμε εἰρήνη στὸ σταυρό σου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαίνισες τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ὁδηγώντας μας πρὸς τὸ ἀνέσπερο θεῖο φῶς.
Στὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου οἱ πιστοὶ βρίσκουν εἰρήνη· εἰρήνη ὅμως ἀληθινὴ καὶ πραγματική, ἀφοῦ ἀφαιρέθηκε ἡ ἔχθρα ἀπὸ τὸν κόσμο, τὴν ὁποία δημιουργεῖ ἡ διασπαστικὴ δύναμη τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἄνθρωπος διὰ τοῦ σταυροῦ ἔχει εἰρηνεύσει μὲ τὸν Θεό, ἔχει καταλλαγεῖ (συμφιλιωθεῖ) μὲ τὸν Πλάστη του στὴ μεγάλη θυσία τοῦ Υἱοῦ του. Παράλληλα εἰρηνεύει μὲ τὸν ἑαυτό του, ἔχοντας συνείδηση καθαρὴ καὶ δικαιωμένη, ὅπως καὶ μὲ τὸ συνάνθρωπο καὶ τὴν ὑπόλοιπη κτίση, στὴν ὁποία ζεῖ.
Ἡ εἰρήνευση ἔρχεται ὡς φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία πληρώθηκε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παρθένου. Ὁ ἀνακαινισμένος ἄνθρωπος ἔχει ἀποβάλει τὴν παλαίωση τῆς φύσεως, ποὺ ἦταν τὸ τίμημα τῆς ἀρχαίας παρακοῆς. Τὰ παλαιὰ ἐξαφανίστηκαν. Οἱ ἔχθρες καὶ τὰ μίση καὶ οἱ ἄγριες ἀναστατώσεις τῆς πεσμένης φύσεως χάθηκαν στὸ ἀναγεννητικὸ καὶ καινοποιητικὸ ἔργο τοῦ σταυροῦ. Ὁ Χριστὸς ἔφερε πραγματικὴ εἰρήνη στὸν κόσμο, τὴν ὁποία πλήρωσε πολὺ ἀκριβά, προσφέροντας ὡς τίμημα τὴ δική του ἁγία καὶ ἄμωμη ζωή,
Ἀνακαινίζοντας τὴ φύση τῶν ἀνθρώπων ὁ Σωτήρας, τὴν ὁδηγεῖ πρὸς τὸ ἀνέσπερο φῶς, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια του ἡ χάρη καὶ ἡ λυτρωτική του ἐνέργεια. Τὴν ὁδηγεῖ πρὸς τὸ φῶς, ποὺ δὲν δύει ποτέ, τῆς ἀνέσπερης ἡμέρας τῆς θείας Βασιλείας. Ἑνωμένος μὲ τὸ θεῖο φῶς τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος θεοποιεῖται.
Ὠδὴ στ΄.
«Τὸν τύπον τοῦ θείου Σταυροῦ Ἰωνᾶς, ἐν κοιλίᾳ τοῦ κήτους, τεταμέναις παλάμαις, προδιεχάραξε, καὶ ἀνέθορε, σεσωσμένος τοῦ θηρός, τῇ δυνάμει σου Λόγε».
Τὸν τύπο τοῦ θείου σου Σταυροῦ, στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους, προδιεχάραξε ὁ Ἰωνᾶς μὲ τὶς ἁπλωμένες του παλάμες· ἀπὸ ὅπου καὶ ἐξῆλθε, σωθείς ἀπὸ τὸ τεράστιο ψάρι, μὲ τὴ θεία σου δύναμη Λόγε.
Προτύπωση τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ποὺ εἶναι ἡ ὑπόθεση τῆς μεγάλης Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἔχουμε στὴν Π. Διαθήκη τὸ πάθημα τοῦ Ἰωνᾶ, ποὺ καταπόθηκε στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους, στὴν ὁποία παρέμεινε ξαπλωμένος τρεῖς μέρες καὶ τρεῖς νύχτες. Πῶς βέβαια ἔμεινε ὁ προφήτης στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους, εἶναι δύσκολο νὰ φανταστοῦμε. Ὅπως φαίνεται, εἶχε τεταμένες τὶς παλάμες του δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὥστε νὰ σχηματίζει μὲ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα του τὸν τύπο τοῦ σταυροῦ. Αὐτὸ τὸ σχῆμα ἀκριβῶς ἦταν προτυπωτικό τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου ὁ Σωτήρας ἅπλωσε τὶς παλάμες του γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο.
Ὁ Ἰωνᾶς φυσικὰ δὲν παρέμεινε γιὰ πάντα στὴν κοιλιὰ τοῦ ψαριοῦ. Ἀφοῦ ἐκπληρώθηκε ἡ βούληση τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ προφήτης ἀνακλήθηκε στὴν τάξη του, τὸ ψάρι τὸν ἐξέβρασε στὴν ξηρά. Ἔτσι σώθηκε μὲ τὴ δύναμη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἔμεινε γιὰ πάντα στὸ σταυρό, ἀλλὰ μετὰ τὸ θάνατό του ἤρθη ἀπ’ αὐτόν, ἐνταφιάστηκε καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε ἔνδοξος ἀπὸ τὸ μνῆμα.
Ὠδὴ ζ΄.
«Φλογώσεως ὁ Παῖδας ρυσάμενος, σάρκα προσλαβόμενος, ἦλθεν ἐπὶ γῆς, καὶ Σταυρῷ προσηλωθείς, σωτηρίαν ἡμῖν ἐδωρήσατο, ὁ μόνος εὐλογητὸς τῶν Πατέρων Θεός, καὶ ὑπερένδοξος».
Αὐτὸς ποὺ ἔσωσε τοὺς Παῖδες ἀπὸ τὴ φλόγωση τῆς καμίνου, ἦλθε στὴ γῆ ὅπου πῆρε ἀνθρώπινη σάρκα, καὶ προσηλωθείς στὸ Σταυρό, δώρισε σὲ μᾶς σωτηρία, ὁ μόνος εὐλογητὸς τῶν Πατέρων Θεὸς καὶ ὑπερένδοξος.
Τὴ σωτηρία τῶν τριῶν Παίδων ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς καμίνου πραγματοποίησε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐργαζόταν καὶ στὴν παλαιὰ Θεία οἰκονομία. Ὁ αὐτὸς Λόγος, ὅταν ἔφτασε ὁ κατάλληλος καιρός, ἦλθε στὴ γῆ, πῆρε σάρκα ἀπὸ τὴν Παρθένο, καὶ ἀφοῦ προσηλώθηκε στὸ Σταυρό, μᾶς χάρισε μὲ τὴ θυσία του σωτηρία ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Αὐτὰ ἔκανε ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων μας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος εὐλογητὸς καὶ ὑπερένδοξος.
Ὠδὴ η΄
«Χείρας ἐν τῷ λάκκῳ βληθείς, τῶν λεόντων ποτέ, ὁ μέγας ἐν Προφήταις, σταυροειδῶς ἐκπετάσας, Δανιὴλ ἀβλαβής, ἐκ τῆς τούτων καταβρώσεως σέσωσται, εὐλογῶν Χριστόν, τὸν Θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».
Ὁ μέγας μεταξὺ τῶν Προφητῶν Δανιήλ, βληθείς κάποτε στὸ λάκκο τῶν λεόντων, ἀφοῦ ἅπλωσε σταυροειδῶς τὰ χέρια του, ἔμεινε ἀβλαβής ἀπὸ τὸ φάγωμά τους, εὐλογώντας Χριστὸν τὸν Θεὸ εἰς τοὺς αἰῶνες.)
Ἀκόμη μία ἐκφραστικὴ προτύπωση στὴν Π. Διαθήκη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ. Ὅταν ὁ μέγας προφήτης Δανιὴλ βλήθηκε στὸ λάκκο τῶν πεινασμένων λιονταριῶν, κινήθηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ ἁπλώσει τὰ χέρια του, ὥστε νὰ σχηματίσει τὸν τύπο τοῦ σταυροῦ. Τὰ πεινασμένα λιοντάρια δὲν ἔφαγαν τὸν προφήτη, σεβόμενα τὴν ἁγιότητά του. Καὶ τὰ ἄλογα ἀκόμη ζῶα γαληνεύουν μπροστὰ στὴ γλυκύτητα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀναγνωρίζοντας μὲ τὸν τρόπο τους τὴν παρουσία τῆς δυνάμεως τοῦ Πλαστουργοῦ τους. Ὁ Δανιὴλ παρέμεινε ἀβλαβής στὸ λάκκο τῶν λεόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν κατασπάραξαν, εὐλογώντας τὸν Χριστὸ καὶ Θεό του.
Ὠδὴ θ΄.
«Ὢ Μῆτερ Παρθένε, καὶ Θεοτόκε ἀψευδής, ἡ τεκοῦσα ἀσπόρως, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τὸν ἐν Σταυρῷ ὑψωθέντα σαρκί, σὲ οἱ πιστοί, ἅπαντες ἀξίως, σὺν τούτῳ νῦν μεγαλύνομεν».
Ὢ Μητέρα Παρθένε καὶ Θεοτόκε ἀληθινή, σὺ ποὺ γέννησες χωρὶς σπορὰ ἀνδρικὴ Χριστὸ τὸ Θεό μας, ὁ ὁποῖος ὑψώθηκε μὲ τὴ σάρκα του ἐπάνω στὸ Σταυρό, ὅλοι οἱ πιστοὶ ἀξίως σὲ μεγαλύνουμε μαζί του.
Ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι Θεοτόκος ἀψευδής. Γέννησε πραγματικὰ τὸν Θεὸ κατὰ τὴ σάρκα του. Αὐτὸ δὲν δέχονταν οἱ Νεστοριανοὶ αἱρετικοὶ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τὴ βαθιὰ ἕνωση τῶν δύο φύσεων, θείας καὶ ἀνθρώπινης, στὸν Χριστό, οὔτε κατανοοῦσαν τὴν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων στὸ ἑνιαῖο πρόσωπο τοῦ Σωτήρα.
Γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ὅμως ὁ ὅρος «Θεοτόκος» ἀποτελεῖ τὴ λυδία λίθο τῆς γνησιότητας τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος. Ἡ Μαρία γέννησε πραγματικὰ τὸν Θεό, ὄχι βέβαια τὴ θεία του φύση, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπινη, μὲ τὴν ὁποία ἦταν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἑνωμένη ἡ θεότητα τοῦ Λόγου.
Ὁ κατὰ σάρκα γεννηθείς ἐκ τῆς Παρθένου Θεός, ὑψώθηκε «σαρκὶ» (μὲ τὴ σάρκα του) ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ ἀπέθανε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Τὴ Θεοτόκο Μαρία μαζὶ μὲ τὸν ἄχραντο τόκο της οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοὶ μεγαλύνουν ἀξίως, δηλαδὴ μέσα στὰ ὀρθόδοξα πλαίσια τοῦ δόγματος καὶ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση τοῦ ἤθους τῆς Καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Ἀπό τό βιβλίο: «Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς»,
Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας.