Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ἡ ἀντίδραση στίς μοναχικές κλήσεις . Ιερομονάχου Σάββα Αγιορείτη .


 

 

ΤΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ Α΄.

ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΓΓΑΜΟΣ ΒΙΟΣ
 
 

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΜΟ

Ἡ ἀντίδραση στίς μοναχικές κλήσεις.


Ἀληθινός νυμφίος τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε Χριστιανοῦ ἐγγάμου καί ἀγάμου εἶναι ὁ Κύριος καί ὄχι ὁ/ἡ σύζυγός του/της.

Ὁ ἁγιασμένος πολυχαρισματοῦχος Γέροντας Πορφύριος ἔλεγε ὅτι γιά κάθε ἄνθρωπο εἶναι: «Νυμφίος ὁ Χριστός, νύμφη ἡ καθε μία ψυχή»142.

Δέν εἶναι ἀδύνατη ἡ σωτηρία στούς ἐγγάμους. Εἶναι ὅμως ἀληθινά πολύ πιό δύσκολο νά σωθεῖ κανείς ἔτσι, ἔχοντας δηλ. γυναῖκα καί ζώντας στόν κόσμο. Διότι ἔχει πολύ περισσότερες θλίψεις. Αὐτό λέγει ὁ Ἅγιος Παῦλος143 καθώς καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς144.

Ἀπό ὅλα αὐτά συνάγεται πόσο ἄτοπη εἶναι ἡ ἀντίδραση πολλῶν «χριστιανῶν», καί μάλιστα «χριστιανῶν» γονέων, στό νά γίνουν τά παιδιά τους μοναχοί. Δυσκολεύουν τήν ζωή καί τήν σωτηρία τῶν παιδιῶν τους, πιέζοντάς τα νά ὑπανδρευθοῦν (τά κορίτσια) ἤ νά νυμφευθοῦν (τά ἀγόρια).
Ἀντί νά χαροῦν, βλέποντας τά τέκνα τους νά ἐπιλέγουν τόν εὐκολώτερο γιά τήν σωτηρία δρόμο, στενοχωριοῦνται καί κόπτονται ἐπειδή τό παιδί τους «θέλει νά γίνει καλόγερος». Ξεχνοῦν ὅτι τόν δρόμο αὐτόν πρῶτος μᾶς τόν ἔδειξε ὁ Κύριος καθώς καί ὁ Πρόδρομός Του Ἅγιος Ἰωάννης. Ἐπίσης, ὅλοι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἅγιο «Ἠγαπημένο» καί Παρθένο Ἰωάννη τόν Θεολόγο καί τόν Ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο, ἔζησαν παρθενική-μοναχική-ἀσκητική ζωή.

-Γιατί λυπᾶσαι, πιστέ χριστιανέ πατέρα; Τήν σωτηρία τοῦ παιδιοῦ σου δέν θέλεις πάνω ἀπό ὅλα; Ὁ δρόμος τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως εἶναι πολύ πιό ἀσφαλής καί ἄπονος σέ σχέση μέ τόν δρόμο τοῦ ἐγγάμου. Βέβαια, καί δι’ αὐτοῦ –τοῦ ἐγγάμου βίου– σώζεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά δυσκολώτερα. Πολύ πιό εὔκολα, ὅμως, ὅταν δέν ἔχει τίς τόσες φροντίδες πού ἔχει ὁ ἔγγαμος145.

«Ἐάν εἶναι δυνατόν νά σωθεῖ», παρατηρεῖ τό χρυσοῦν στόμα τῆς Ἐκκλησίας, «ἐκεῖνος πού ἔχει πόλη καί σπίτι καί γυναῖκα, πολύ περισσότερο αὐτός πού εἶναι χωρίς αὐτά... Ἐάν, ὅπως τό λές, θά μποροῦσε νά σωθεῖ (ὁ ἄνθρωπος, τό παιδί σου) κατοικώντας στήν πόλη, πολύ περισσότερο τώρα, πού πῆγε στήν ἔρημο. Πῶς λοιπόν φοβᾶσαι τώρα αὐτό πού εἶναι (σχεδόν) ἀδύνατον νά συμβεῖ (δηλ. νά χαθεῖ, ἐνῶ εἶναι στό Μοναστήρι) καί δέν φοβᾶσαι ἐκεῖ ὅπου θά ἔπρεπε πολύ περισσότερο νά φοβηθεῖς (δηλ. ἄν θά ἔμενε στόν κόσμο);»146.

Γι’ αυτό ὁ θεοφόρος Πατήρ, ἀπευθυνόμενος στούς γονεῖς, τούς συνιστᾶ νά ὁδηγοῦν τά παιδιά τους στόν μοναχισμό. «Ὥστε, ἀφοῦ σαφῶς σᾶς ἀπεδείχθη» λέγει στούς γονεῖς, «ὅτι εἴμεθα ὑπεύθυνοι διά τά αὐτά μέ τούς μοναχούς καθήκοντα (εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά τηροῦμε ἀκριβῶς τίς ἴδιες ἐντολές), ἄς προτιμοῦμε τόν εὐκολώτερο δρόμο καί ἄς ὁδηγοῦμε τούς υἱούς σ’ αὐτόν, καί ἄς μή τούς καταβυθίζουμε οὔτε νά τούς ὠθοῦμε στά βάραθρα τῆς κακίας ὡσάν ἐχθροί καί ἀντίπαλοι»147.

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο:«Τά ἀσκητικά τῆς Ἐνορίας» (Ἱερομονάχου Σάββα Ἁγιορείτου) πού σύν Θεῶ θά ἐκδοθεῖ σύντομα

 142 Πορφυρίου Ἱερομονάχου, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος καί Λόγοι,Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς, Ζ’ ἔκδοση,σελ. 195.
143 Πρβλ. Α΄Κορ. 7, 26-28: «Νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην͵ ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι. Δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναικός; μὴ ζήτει γυναῖκα. Ἐὰν δὲ καὶ γαμήσῃς͵ οὐχ ἥμαρτες· καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος͵ οὐχ ἥμαρτεν. θλῖψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι͵ ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι».

144 Βλέπε στό ὑποκεφάλαιο: «Ἡ εὐκολία γιά τή σωτηρία τῶν λαϊκῶν καί τῶν μοναχῶν» αὐτῆς τῆς ἑνότητας πού τώρα ἐξετάζουμε.

145 Πρβλ. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Πρός τούς πολεμοῦντας τόν μοναχικόν βίον Γ΄, ΕΠΕ, τομ. 28, σελ. 533.

146εροῦ Χρυσοστόμου, TLG, Work #003 47.372.15 to Work #003 47.372.27 Τί γάρ; πόλιν οἰκοῦντα καὶ οἰκίαν ἔχοντα σωθῆναι οὐκ ἔνι; Οὐκοῦν εἰ μετὰ τῆς πόλεως͵ καὶ τῆς οἰκίας͵ καὶ τῆς γυναικὸς σωθῆναι δυνατὸν͵ πολλῷ μᾶλλον χωρὶς γυναικὸς καὶ τῶν ἄλλων τούτων. Οὐ γάρ ἐστι τοῦ αὐτοῦ νῦν μὲν θαῤῥεῖν͵ καὶ εἰ ἐν τοῖς βιωτικοῖς ᾖ πράγμασιν ἐνδεδεμένος͵ ὡς δυνατῆς καὶ οὕτω τῆς σωτηρίας οὔσης· νῦν δὲ͵ κἂν πάντων ἀπηλλαγμένος ᾖ͵ τρέμειν καὶ δεδοικέναι͵ ὡς οὐδὲ τούτων χωρὶς εὐδοκιμῆσαι ἐνόν. Εἰ γὰρ πόλιν οἰκῶν ἠδύνατο σώζεσθαι͵ ὡς ἔφης͵ πολλῷ μᾶλλον τὴν ἐρημίαν καταλαβών. Πῶς οὖν τὸ ἀδύνατον ἐνταῦθα δέδοικας͵ ἐκεῖ μὴ φοβηθεὶς ἔνθα μᾶλλον ἐχρῆν;».

147 Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Πρός τούς πολεμοῦντας τόν μοναχικόν βίον Γ΄, ΕΠΕ, τομ. 28, σελ. 549.