Ἑρμηνεία «κατά πρόθεσιν»;




τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Στίς 21 Δεκεμβρίου πανηγύρισε τό Παρεκκλήσιο τοῦἁγίου Θεμιστοκλέους, πού βρίσκεται στό Κοιμητήριο τοῦ ἁγίου Στεφάνου, στήν Ναύπακτο. 
Λειτουργώντας, λοιπόν, ἐν ἡσυχίᾳ πολλῇ, ἐπί τῇ μνήμῃ τοῦ ἁγίου μάρτυρα Θεμιστοκλῆ, βοσκοῦ ἀπό τά Μύρα τῆς Λυκίας, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε κατά τόν διωγμό τοῦ Δεκίου, ἡ προσοχή μας στάθμευσε σέ μιά διατύπωση ἀπό τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, ἀπό ὅ,τι διαπιστώσαμε, «σημεῖον» στό ὁποῖο σύγχρονοι «βιβλικοί θεολόγοι», «συντηρητικοί» καί «προοδευτικοί», «ἀντιλέγουν» πρός ἔγκυρους ἑρμηνευτές τῆς πατερικῆς μας παραδόσεως.
Τό ἀνάγνωσμα ἦταν ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου (κεφ. 8, στ. 28-39) πού ξεκινοῦσε μέ τόν πολύ γνωστό στίχο: «Ἀδελφοί, οἴδαμεν ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν». Ἡ προσοχή στάθηκε στό «κατά πρόθεσιν».

Ἡ καθαρή καί κατά τό νόημα ἀνάγνωση τοῦ Ἀποστόλου ἀπό τόν Ἱεροψάλτη, ἀλλά καί ὁ βίος τοῦ ἁγίου μάρτυρα Θεμιστοκλῆ, ἔδωσαν στό «κατά πρόθεσιν» τό νόημα πού βρίσκουμε στά ὑπομνήματα τῆς πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς, πού ἄφησαν κληρονομιά στήν Ἐκκλησία μας ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας καί ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Τό «κατά πρόθεσιν» ἀναφέρεται στήν διάθεση πού εἶχαν αὐτοί τούς ὁποίους κάλεσε ὁ Θεός. «Προέγνω» ὁ Θεός τήν διάθεσή τους, τήν ἑτοιμασία τῆς ψυχῆς τους, τήν ἱκανότητά τους νά δεχθοῦν τήν κλήση Του καί τούς κάλεσε νά γίνουν «[σύμμορφοι] τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ».
Ὁ μάρτυρας Θεμιστοκλῆς ἔλαβε τήν κλήση τοῦ Χριστοῦ γιά τό μαρτύριο στό ὄρος, ὅπου ἔβοσκε τά πρόβατά του. Ἦταν ἕτοιμος. Εἶχε τήν «πρόθεσιν». Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶχε ἑνωθῆ μέ τήν ψυχή καί τό σῶμα του. Σέ αὐτό τό ὄρος κατέφυγε ὁ ἅγιος Διοσκορίδης, τόν ὁποῖο ζητοῦσε νά συλλάβῃ ὁ ἄρχοντας Ἀσκληπιός, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ ὁποίου βρῆκαν στὸ ὄρος τόν Θεμιστοκλῆ μέ τό κοπάδι του. Αὐτός ἀπέκρυψε τόν Διοσκορίδη καί παρέδωσε τόν ἑαυτό του, ὁμολογώντας ὅτι εἶναι Χριστιανός. Καί κατόπιν, λόγω τῆς παρρησίας μέ τήν ὁποία ὁμολόγησε τόν Χριστό ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος Ἀσκληπιοῦ, «ἐτύφθη κατὰ γαστρὸς ἕως ἐρράγη· καὶ ἐπὶ ξύλου ἐκρεμάσθη. Εἶτα σύρεται ἐπὶ τριβόλων σιδηρῶν, ὑφ' ὧν ὅλον τὸ σῶμα περονούμενος, τῷ Θεῷ τὸ πνεῦμα παρέθετο». Αὐτό ἦταν τό «ἀγαθόν» τέλος τοῦ μάρτυρα Θεμιστοκλῆ· ἦταν ἡ εἴσοδός του στήν οὐράνια δόξα, στήν ὁποία εἰσῆλθε «κατά πρόθεσιν» μέ τήν «συνέργεια» τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἄς ἔλθουμε ὅμως στό «κατά πρόθεσιν». Μετά τήν Θ. Λειτουργία, ἐπειδή εἴχαμε τήν ὑποψία, ὅτι πολλοί ὀρθόδοξοι ἑρμηνευτές, ἐπηρεασμένοι ἀπό «βιβλικούς θεολόγους» τῆς παραδόσεως τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ, ἑρμηνεύουν τό «κατά πρόθεσιν», ὡς «πρόθεση τοῦ Θεοῦ», ἀφήνοντας ὑπόνοια γιά ἁγιογραφική θεμελίωση τοῦ ἀπόλυτου προορισμοῦ, διδασκαλία τήν ὁποία δέχθηκε ὁ Λούθηρος, παίρνοντάς την ἀπό τόν ἱερό Αὐγουστῖνο, ἀνατρέξαμε σέ πέντε ἑρμηνεῖες τῆς Καινῆς Διαθήκης στά νέα ἑλληνικά, πού εἴχαμε στήν διάθεσή μας. Διαπιστώσαμε μέ ἔκπληξη ὅτι ὅλοι ἑρμηνεύουν τό «κατά πρόθεσιν», ὅπως ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος καί οἱ ἑρμηνευτές πού τόν ἀκολουθοῦν. Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές παραθέτουμε τίς ἑρμηνεῖες:
«Ναί· στενάζομεν, ἀλλά γνωρίζομεν, ὅτι εἰς ἐκείνους, πού ἀγαποῦν τόν Θεόν, ὅλα συνεργοῦν διά τό καλόν τους. Αὐτοί ἐκλήθησαν κατά τήν πρό αἰώνων ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ καί ἐδέχθησαν τήν σωτήριον κλῆσιν. Πῶς λοιπόν νά μή συνεργοῦν ὅλα διά τό καλόν τους;» (Π. Τρεμπέλας). Τό «κατά πρόθεσιν» ἑρμηνεύεται «κατά τήν πρό αἰώνων ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ».
«Τούς στεναγμούς μας διά τάς θλίψεις τῆς παρούσης ζωῆς τούς ἁπαλύνει καί τό γεγονός, ὅτι γνωρίζομεν πώς εἰς ἐκείνους πού ἀγαποῦν τόν Θεόν ὅλα ὑποβοηθοῦν καί συνεργάζονται διά τό καλόν των· εἰς αὐτούς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τήν προαιώνιον πρόθεσιν τοῦ Θεοῦ ἔχουν κληθῆ καί ἔχουν δεχθῆ τήν σωτηρίαν»(Ἰ. Κολιτσάρας). Ἐδῶ τό «κατά πρόθεσιν» ἑρμηνεύεται ὡς ἡ προαιώνια πρόθεση τοῦ Θεοῦ.
«Γνωρίζομεν ὅτι δι’ ἐκείνους πού ἀγαποῦν τόν Θεόν ὅλα συνεργοῦν διά καλόν, δι’ ἐκείνους πού εἶναι καλεσμένοι σύμφωνα μέ τήν πρόθεσιν τοῦ Θεοῦ»(Β. Βέλλας, Ἀρχιμ. Εὐ. Ἀντωνιάδης, Ἀμ. Ἀλιβιζάτος καί Γερ. Κονιδάρης). Ἐδῶ σαφῶς ἑρμηνεύται τό «κατά πρόθεσιν» ὡς πρόθεση Θεοῦ.
«Εἴμαστε βέβαιοι ὅτι, ἄν ἀγαπᾶ κανείς τόν Θεό, ὁ Θεός κάνει τά πάντα νά συντελοῦν στό καλό του. Αὐτό ἰσχύει γιά ὅσους κάλεσε ὁ Θεός σύμφωνα μέ τό λυτρωτικό του σχέδιο»(Π. Βασιλειάδης, Ἰ. Γαλάνης, Γ. Γαλίτης, Ἰ. Καραβιδόπουλος). Τό «κατά πρόθεσιν» ἑρμηνεύεται πολύ ἐλεύθερα μέ τήν ἔκφραση: σύμφωνα μέ τό λυτρωτικό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ἡ «πρόθεσις» ἀναφέρεται πάλι στόν Θεό, στό λυτρωτικό Του σχέδιο, καί ὄχι στόν ἄνθρωπο.
«Ξέρουμε δέ καλά πώς σέ ἐκείνους πού ἀγαποῦν τό Θεό ὅλα συντελοῦν στό καλό, σέ ἐκείνους δηλαδή πού εἶναι καλεσμένοι σύμφωνα μέ τήν πρόθεση τοῦ Θεοῦ»(Ἀθανάσιος Ἰ. Δεληκωστόπουλος). Καί ἐδῶ τό «κατά πρόθεσιν» ἑρμηνεύεται ὡς «πρόθεση Θεοῦ».
Ὅλοι οἱ παραπάνω σημαντικοί ἑρμηνευτές δέν ἔλαβαν ὑπόψη -ἤ δέν θεώρησαν ἀκριβῆ(;)- τήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί ἄλλων ἑρμηνευτῶν τῆς παραδόσεώς μας, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουν, ὅπως θά δοῦμε στήν συνέχεια, διαφορετικά ἀπό αὐτούς τό «κατά πρόθεσιν» τοῦ συγκεκριμένου ἀποστολικοῦ στίχου.
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μέ σαφέστατο λόγο, γιά τήν ἔκφραση «τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν», λέει: «Εἰ γάρ ἡ κλῆσις ἤρκει μόνον, τίνος ἔνεκεν οὐ πάντες ἐσώθησαν; Διά τοῦτό φησιν, ὅτι οὐχ ἡ κλῆσις μόνον, ἀλλά καί ἡ πρόθεσις τῶν καλουμένων τήν σωτηρίαν εἰργάσατο» (ΕΠΕ, Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ἔργα, τ.17, σ.246). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τό «κατά πρόθεσιν» τό ἑρμηνεύει «πρόθεση τῶν καλουμένων». Εἶναι ἡ πρόθεση τῶν ἀνθρώπων πού κλήθηκαν, ὄχι ἡ πρόθεση τοῦ Θεοῦ. Καί ἐξηγεῖ γιατί ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει «κατά πρόθεσιν κλητοῖς»: «Γιατί ἡ κλήση δέν ἔγινε ἀναγκαστικά, οὔτε βίαια. Ὅλοι βέβαια κλήθηκαν, ἀλλά δέν ὑπάκουσαν ὅλοι». Ὅλοι εἶναι «κλητοί» ἀπό τόν Θεό, ἀλλά δέν εἶναι ὅλοι «κατά πρόθεσιν». Τό αὐτεξούσιο εἶναι ἀπαραβίαστο. Αὐτά, δηλαδή, πού γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος ἀφοροῦν τό τμῆμα ἐκεῖνο τῶν καλεσμένων ἀπό τόν Θεό, πού εἶχαν τήν πρόθεση νά δεχθοῦν τόν λόγο Του καί νά συνεργήσουν στήν σωτηρία τους. Εἶναι σαφές ὅτι σ’ αὐτήν τήν ἑρμηνεία δέν χωρᾶ ἡ θεωρία τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ.
Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, πού συνοψίζει τήν ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, γράφει: «Κλητός δέ γίνεται ἄνθρωπος κατά πρόθεσιν, τοὐτέστι, κατ’ οἰκείαν προαίρεσιν. Οὐκ ἀρκεῖ γάρ ἡ κλῆσις (ἐπεί πάντες ἄν ἐσώθησαν· πάντες γάρ ἐκλήθησαν), ἀλλά χρεία καί τῆς προαιρέσεως» (PG 124, 452C). Ἐδῶ σαφῶς τό «κατά πρόθεσιν» ἀναφέρεται στήν προαίρεση τῶν ἀνθρώπων, ὄχι στήν «πρόθεση τοῦ Θεοῦ».
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, πού μετέφρασε «εἰς τήν καθ’ ἡμᾶς κοινοτέραν διάλεκτον» τά ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα τοῦ Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, τά ὁποῖα ἐμπλούτισε μέ διάφορα σημειώματα, γράφει: «κλητός δέ γίνεται ὁ ἄνθρωπος, ἤτοι καλεσμένος κατά πρόθεσιν, ἤγουν μέ τήν ἐδικήν του προαίρεσιν· ἐπειδή δέν εἶναι ἀρκετόν μόνον τό ἀπό Θεοῦ κάλεσμα εἰς τό νά σωθῇ τινάς· ἀλλά εἶναι χρεία καί τῆς προαιρέσεως τοῦ ἀνθρώπου· καί οὕτως ἐκ τῶν δύω τούτων, τοῦ τε θείου καλέσματος, καί τῆς ἀνθρωπίνης προαιρέσεως, σώζεται ὅποιος σώζεται» (Ἑρμηνεία εἰς ιδ΄ Ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ.Α΄, σ.96). Ἐδῶ τό «κατά πρόθεσιν» ἑρμηνεύται «καλεσμένος κατά πρόθεσιν, ἤγουν μέ τήν ἐδικήν του προαίρεσιν». Μέ τήν ὅλη ἀναλυτική διατύπωση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου ἔχουμε σαφέστατη ἀπόρριψη τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ. Παραθέτει μάλιστα ὁ ἅγιος Νικόδημος καί τήν ἑρμηνεία τοῦ Θεοδωρήτου, ὁ ὁποῖος λέει: «σφόδρα δέ ἀκριβῶς συνέζευξε τῇ κλήσει τήν πρόθεσιν, οὐ γάρ ἁπλῶς καλεῖ, ἀλλά τούς πρόθεσιν ἔχοντας».
Ἐκτός ἀπό τά παραπάνω ὁ ἅγιος Νικόδημος σέ ὑποσημείωσή του μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά ἀντιληφθοῦμε τήν ἀφετηρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ «κατά πρόθεσιν» ἀπό τούς σύγχρονους «βιβλικούς θεολόγους». Γράφει: «Ὁ δέ θεῖος Αὐγουστῖνος ἐν τῷ περί διορθώσεως, καί χάριτος, καί ἀλλαχοῦ, πρόθεσιν ἐννοεῖ τόν σκοπό τοῦ Θεοῦ»(ὅ.π. σ.96).
Ὅμως μέ τέτοιες ἑρμηνεῖες, ἀντλημένες («κατά πρόθεσιν»;) ἀπό τήν δυτική παράδοση, γίνεται πολύ δύσκολη ἡ ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τῆς πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς, τά νοήματα τῆς ὁποίας ὡς τροφή πνευματική μᾶς τά προσφέρει καθαρά ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί οἱ ἑρμηνευτές πού τόν ἀκολουθοῦν.

Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου