Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Άγιος Σιλουανός : '' Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐλευθερία ''.






led-1

Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐλευθερία

 … Ὁ ὑπερήφανος δέν ἀναζητεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά προτιμᾶ νά κατευθύνει ὁ ἴδιος τή ζωή του. Καί δέν καταλαβαίνει πῶς, χωρίς τόν Θεό, δέν ἐπαρκεῖ τό λογικό του ἀνθρώπου γιά νά τόν καθοδηγεῖ. Κι ἐγώ , ὅταν ἐζοῦσα στόν κόσμο προτοῦ νά γνωρίσω τόν Κύριο καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐστηριζόμουν στό λογικό μου. Ὅταν ὅμως ἐγνώρισα μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, τότε παραδόθηκε ἡ ψυχή μου στόν Θεό καί δέχομαι ὁτιδήποτε θλιβερό μου συμβεῖ καί λέω: «Ὁ Κύριος μέ βλέπει. Τί νά φοβηθῶ;» Προηγουμένως ὅμως δέν μποροῦσα νά ζῶ κατ’ αὐτό τόν τρόπο .
Γιά ὅποιον παραδόθηκε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ζωή γίνεται πολύ εὐκολότερη, γιατί στίς ἀρρώστιες, στή φτώχεια καί στό διωγμό σκέφτεται: «Ἔτσι εὐδόκησε ὁ Θεός καί πρέπει νά ὑπομείνω γιά τίς ἁμαρτίες μου».
Νά, ἐδῶ καί πολλά χρόνια πάσχω ἀπό πονοκέφαλο καί δύσκολα τόν ὑποφέρω, ἀλλά μέ ὠφελεῖ, γιατί μέ τήν ἀσθένεια ταπεινώνεται ἡ ψυχή. Ἡ ψυχή μου ἐπιθυμεῖ διακαῶς νά προσεύχεται καί νά ἀγρυπνεῖ, ἀλλά ἡ ἀσθένεια μέ ἐμποδίζει, διότι τό ἄρρωστο σῶμα ἀπαιτεῖ ἀνάπαυση. Καί παρακάλεσα πολύ τόν Κύριο νά μέ θεραπεύσει, ἀλλά δέν μέ ἄκουσε. Κι αὐτό σημαίνει πῶς αὐτό δέν θά ἦταν πρός ὄφελός μου.
Νά ὅμως καί μία ἄλλη περίπτωση, πού ὁ Κύριος μέ ἄκουσε καί μέ ἔσωσε. Σέ μία γιορτή πρόσφεραν στήν τράπεζα ψάρι. Ἐνῶ λοιπόν ἔτρωγα, ἕνα κόκαλο μπῆκε πολύ βαθιά στό λαιμό μου. Ἐπικαλέστηκα τόν Ἅγιο Παντελεήμονα, παρακαλώντας νά μέ θεραπεύσει, γιατί ὁ γιατρός τοῦ Μοναστηριοῦ δέν θά μποροῦσε νά μοῦ βγάλει τό κόκαλο ἀπό τό φάρυγγα. Καί μόλις εἶπα: «γιάτρεψέ με», ἡ ψυχή μου πῆρε ἀπάντηση: «Βγές, ἔξω ἀπό τήν τράπεζα, κᾶνε μία βαθιά εἰσπνοή καί μία ἀπότομη ἐκπνοή καί τό κόκαλο θά βγεῖ μέ αἷμα». Ἔτσι κι ἔκαμα καί βγῆκε ἕνα μεγάλο κόκαλο μέ αἷμα. Καί κατάλαβα πῶς, ἄν ὁ Κύριος δέν μέ θεραπεύει ἀπό τόν κεφαλόπονο, αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι ὠφέλιμο γιά τήν ψυχή μου νά ὑποφέρω τόν πόνο.
Ὅταν ἡ Χάρη εἶναι μαζί μας, εἴμαστε δυνατοί στό πνεῦμα. Ὅταν ὅμως τήν χάσουμε, βλέπουμε τήν ἀδυναμία μας , βλέπουμε πώς χωρίς τόν Θεό δέν μποροῦμε οὔτε νά σκεφτοῦμε τό καλό.
Πῶς μπορεῖς νά ξέρεις ἄν ζεῖς σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ;
Νά ἡ ἔνδειξη: Ἄν στενοχωριέσαι γιά κάτι, αὐτό σημαίνει πώς δέν παραδόθηκες τελείως στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔστω κι ἄν σοῦ φαίνεται πώς ζεῖς σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος ζεῖ κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτός δέν μεριμνᾶ γιά τίποτε. Κι ἄν κάτι τοῦ χρειάζεται, παραδίνει τόν ἑαυτό του καί τήν ἀνάγκη του στόν Θεό. Κι ἄν δέν πάρει ὅτι θέλει, μένει ἤρεμος, σάν νά τό εἶχε.
Ψυχή πού παραδόθηκε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ δέν φοβᾶται τίποτε: οὔτε θύελλες οὔτε ληστές οὔτε τίποτα ἄλλο. Ὅτι κι ἄν ἔλθει, λέγει: «Ἔτσι εὐδοκεῖ ὁ Θεός», κι ἔτσι διατηρεῖται ἡ εἰρήνη στήν ψυχή καί στό σῶμα.
Τό καλύτερο ἔργο εἶναι νά παραδοθοῦμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά βαστάζουμε τίς θλίψεις μέ ἐλπίδα. Ὁ Κύριος βλέποντας τίς θλίψεις μας δέν θά ἐπιτρέψει ποτέ κάτι πού νά ξεπερνᾶ τίς δυνάμεις μας. Ἄν οἱ θλίψεις μᾶς φαίνονται ὑπερβολικές, αὐτό σημαίνει πώς δέν ἔχουμε παραδοθεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι εὐχαριστημένος μέ ὅλα, ἔστω κι ἄν εἶναι φτωχός καί ἴσως ἀσθενής καί πάσχει, γιατί τόν εὐφραίνει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ὅμως δέν εἶναι ἱκανοποιημένος μέ τήν μοίρα του καί γογγύζει γιά τήν ἀρρώστια του ἤ ἐναντίον ἐκείνου πού τόν προσέβαλε, αὐτός νά ξέρει πώς κατέχεται ἀπό ὑπερήφανο πνεῦμα καί ἔχασε τήν εὐγνωμοσύνη γιά τόν Θεό. Ἄλλ’ ἀκόμα καί σέ μία τέτοια περίπτωση μή στενοχωριέσαι, ἀλλά ζήτησε μ’ ἐπιμονή ἀπό τόν Κύριο πνεῦμα ταπεινό. Κι ὅταν ἔλθει σ’ ἐσέ τό ταπεινό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού ἀναζητᾶς, τότε θά Τόν ἀγαπήσεις καί θά ἔχεις βρεῖ ἀνάπαυση, παρ’ ὅλες τίς θλίψεις σου.
Ψυχή πού ἀπέκτησε τήν ταπείνωση θυμᾶται πάντα τόν Θεό καί ἀναλογίζεται: «Ὁ Θεός μέ ἔκτισε, ἔπαθε γιά μένα, συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μου καί μέ παρηγορεῖ· μέ τρέφει καί φροντίζει γιά μένα. Γιατί λοιπόν νά μεριμνῶ ἐγώ γιά τόν ἑαυτό μου ἤ τί ἔχω νά φοβηθῶ, ἔστω κι ἄν μέ ἀπειλῆ ὁ θάνατος».
Κάθε ψυχή πού ταράζεται ἀπό ὁποιαδήποτε αἰτία πρέπει νά καταφεύγει στόν Κύριο καί ὁ Κύριος θά τήν καθοδηγήσει. Αὐτό ὅμως γίνεται κυρίως σέ καιρό συμφορᾶς καί ἀπροσδόκητου συγχύσεως –κανονικά πρέπει νά ρωτᾶμε τόν πνευματικό, γιατί αὐτό εἶναι ταπεινότερο.
Καί ὅλα δίνουν τότε ἀγάπη στήν καρδιά, διότι ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος νουθετεῖ μέ τό ἔλεος Του τόν ἄνθρωπο, γιά νά δέχεται μ’ εὐγνωμοσύνη τίς θλίψεις. Ποτέ σ’ ὅλη μου τή ζωή, οὔτε μία φορά δέν ἐγόγγυσα γιά τίς θλίψεις, ἀλλά τά δεχόμουν ὅλα σάν φάρμακο ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ καί πάντα Τόν εὐχαριστοῦσα καί γι’ αὐτό ὁ Κύριός μου ἔδωσε νά ὑπομένω ἐλαφρά τόν ἀγαθό ζυγό Του.
Ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς γῆς ὑφίστανται ἀναπόφευκτα θλίψεις. Καί παρόλο πού δέν εἶναι μεγάλες οἱ θλίψεις πού παραχωρεῖ ὁ Κύριος, ὅμως φαίνονται στούς ἀνθρώπους ἀφόρητες καί συντριπτικές. Κι αὐτό γίνεται, διότι οἱ ἄνθρωποι δέν θέλουν νά ταπεινωθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά παραδοθοῦν στό θέλημά Του. Ὅσοι ὅμως ἄφησαν τόν ἑαυτό τους στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτούς τούς καθοδηγεῖ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος μέ τή χάρη Του καί ὑπομένουν μέ ἀνδρεία τά πάντα γιά χάρη τοῦ Θεοῦ, τόν Ὁποῖο ἀγάπησαν καί μέ τόν Ὁποῖο θά δοξάζονται αἰώνια.
Ὅταν ἡ Παναγία βρισκόταν κοντά στόν Σταυρό, ἡ θλίψη Της ἦταν ἀκατάληπτα μεγάλη, ἐπειδή Αὐτή ἀγαποῦσε τόν Υἱό της περισσότερο ἀπ’ ὅτι μπορεῖ κανείς νά φαντασθεῖ. Κι ἐμεῖς ξέρουμε πώς ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι καί ἡ λύπη. Κατά τήν ἀνθρώπινη φύση ἡ Θεοτόκος δέν θά μποροῦσε μέ κανένα τρόπο νά μήν ὑποκύψει στίς θλίψεις Της παραδόθηκε ὅμως στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τό Ἅγιο Πνεῦμα Τήν ἐνίσχυσε νά ἀντέξει στόν πόνο της.
Μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡ Παναγία ἔγινε ἡ μεγάλη παρηγοριά στίς θλίψεις γιά ὅλο τόν λαό τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος ἔδωσε ἐπί γῆς τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ὅσοι Τό ἔλαβαν αἰσθάνονται τόν παράδεισο μέσα τους.
Ἴσως πεῖς: Γιατί λοιπόν δέν ἔχω κι ἐγώ μία τέτοια χάρη; Διότι σύ δέν παραδόθηκες στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ζεῖς κατά δικό σου θέλημα.
Παρατηρῆστε ἐκεῖνον πού ἀγαπᾶ τό θέλημά του. Αὐτός δέν ἔχει ποτέ εἰρήνη στήν ψυχή καί δέν εὐχαριστιέται μέ τίποτε· γι’ αὐτόν ὅλα γίνονται ὅπως δέν ἔπρεπε. Ὅποιος ὅμως δόθηκε ὁλοκληρωτικά στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔχει τήν καθαρή προσευχή καί ἡ ψυχή τοῦ ἀγαπᾶ τόν Κύριο .
Ἔτσι δόθηκε στόν Θεό ἡ Ὑπεραγία Παρθένος: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου» . Ἄν λέμε κι ἐμεῖς τό ἴδιο: «Ἰδού ὁ δοῦλος Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου», τότε τά Εὐαγγελικά λόγια τοῦ Κυρίου, πού ἐγράφτηκαν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, θά ζοῦσαν μέσα στίς ψυχές μας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θά βασίλευε’ ὅλο τόν κόσμο καί ἡ ζωή στή γῆ θά ἦταν ἀπερίγραπτα ὡραία. Ἀλλά παρόλο πού τά λόγια τοῦ Κυρίου ἀκούγονται τόσους αἰῶνες σ’ ὅλη τήν οἰκουμένη, οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν τά καταλαβαίνουν καί δέν θέλουν νά τά παραδεχθοῦν. Ὅποιος ὅμως ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτός θά δοξασθεῖ καί στόν οὐρανό καί στή γῆ.
Ὅποιος παραδόθηκε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀπασχολεῖται μόνο μέ τόν Θεό. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ τόν βοηθᾶ νά παραμένει στήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Κι ὅταν ἀκόμα ἐργάζεται ἤ μιλάει, ἡ ψυχή του εἶναι ἀπορροφημένη ἀπό τόν Θεό καί γι’ αὐτό ὁ Κύριος τήν πῆρε ὑπό τήν προστασία Του.
Ἡ Παράδοση λέει πώς κατά τή φυγή στήν Αἴγυπτο ἡ Ἁγία Οἰκογένεια συνάντησε στό δρόμο ἕνα ληστή, ἀλλά δέν Τούς ἔκαμε κανένα κακό. Ὅταν μάλιστα ὁ ληστή εἶδε τό Νήπιο, εἶπε πώς, ἄν γινόταν ὁ Θεός ἄνθρωπος, δέν θά ἦταν ὡραιότερος ἀπό αὐτό τό Νήπιο, καί τούς ἄφησε νά φύγουν ἀνενόχλητοι.
Ἀξιοθαύμαστο πράγμα : Ληστής πού δέν σπλαχνίζεται κανένα σάν θηρίο, οὔτε προσέλαβε οὔτε λύπησε τήν Ἁγία Οἰκογένεια. Ἡ ψυχή τοῦ ληστῆ σάν εἶδε τό Νήπιο καί τήν ταπεινή Μητέρα Του συγκινήθηκε καί τήν ἄγγιξε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ .
Τό ἴδιο συνέβαινε καί στά ἄγρια θηρία, πού μόλις ἀντίκριζαν τούς ἅγιους Μάρτυρες ἤ τούς Ὅσιους καταπραΰνονταν καί δέν τούς ἔκαναν κακό. Ἀλλά κι οἱ δαίμονες ἀκόμα φοβοῦνται τήν πράη καί ταπεινή ψυχή, πού τούς νικᾶ μέ τήν ὑπακοή, τήν ἐγκράτεια καί τήν προσευχή.
Καί πάλι πράγμα παράδοξο: ὁ ληστής λυπήθηκε τό Νήπιο–Κύριο, ἐνῶ οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι Τόν παρέδωσαν στόν Πιλάτο γιά νά σταυρωθεῖ. Κι αὐτό γιατί δέν προσεύχονταν καί δέν ζητοῦσαν ἀπό τόν Θεό σύνεση, πῶς καί τί νά κάνουν.
Ἔτσι, πολλές φορές οἱ κυβερνῆτες καί γενικά οἱ ἄνθρωποι ζητοῦν μέν τό ἀγαθό, ἀλλά δέν ξέρουν πού εἶναι αὐτό τό ἀγαθό. Δέν ξέρουν πώς τό ἀγαθό βρίσκεται στόν Θεό καί μᾶς δίνεται ἀπό τόν Θεό.
Εἶναι ἀνάγκη νά προσευχόμαστε πάντοτε, γιά νά μᾶς νουθετεῖ ὁ Κύριος τί καί πῶς πρέπει νά κάνουμε, καί ὁ Κύριος δέν θά ἐπιτρέψει νά παραπλανηθοῦμε.
Ὁ Ἀδάμ δέν εἶχε τή σύνεση, νά ρωτήσει τόν Κύριο γιά τόν καρπό πού τοῦ ἔδωσε ἡ Εὔα, καί γι’ αὐτό ἔχασε τόν Παράδεισο.
Ὁ Δαβίδ δέν ἐρώτησε τόν Κύριο: «Θά ἦταν ἄραγε καλό γιά μένα νά πάρω τή γυναίκα τοῦ Οὐρία;» κι ἔπεσε στά ἁμαρτήματα τοῦ φόνου καί τῆς μοιχείας.
Ἔτσι κι ὅλοι οἱ ἅγιοι πού ἁμάρτησαν, ἁμάρτησαν γιατί δέν ἐπεκαλοῦντο τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ γιά νά τούς φωτίσει. Ὁ Ὅσιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ εἶπε: «Ὅταν μιλοῦσα ἀπό τό νοῦ μου, συνέβαιναν λάθη».
Ὑπάρχουν ὅμως καί ἀναμάρτητα λάθη πού ὀφείλονται στήν ἀτέλεια τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια βλέπουμε ἀκόμη καί στήν Παναγία. Λέγεται στό Εὐαγγέλιο πώς ὅταν ἐπέστρεφε ἡ Παναγία μέ τόν Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, ἐνόμισε πῶς ὁ Υἱός Της βάδιζε μαζί μέ τούς συγγενεῖς ἤ τούς γνωστούς. Καί μόνο μετά τριῶν ἡμερῶν ἀναζήτηση Τόν βρῆκαν στό Ἱερό τῶν Ἱεροσολύμων νά συνομιλεῖ μέ τούς πρεσβυτέρους.
Συνεπῶς, μόνον ὁ Κύριος εἶναι παντογνώστης, ἐνῶ ὅλοι ἐμεῖς, ὅποιοι κι ἄν εἴμαστε, πρέπει νά προσευχόμαστε στόν Θεό ζητώντας σύνεση καί νά ρωτᾶμε τόν πνευματικό μας, γιά ν΄ ἀποφύγουμε τά λάθη.
Πόσο φανερό εἶναι γιά μένα πώς ὁ Κύριος μᾶς κατευθύνει. Χωρίς Αὐτόν δέν μποροῦμε οὔτε νά σκεφθοῦμε τό ἀγαθό.
Ὅπου ὑπάρχει ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἐκεῖ βρίσκεται ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως καί ἡ ἀγάπη, ἔστω καί λίγη.
Στενοχωροῦμε καί θρηνῶ καί ὀδύρομαι γιά τούς ἀνθρώπους. Πολλοί σκέφτονται μέ ἀπόγνωση: «Ἁμάρτησα πολύ: σκότωσα, λήστεψα, ἐβίασα, ἐσυκοφάντησα, ἤμουν ἄσωτος κι ἔκανα κι ἄλλα πολλά». Κι ἀπό τήν ντροπή τους δέν ἔρχονται στή μετάνοια. Λησμονοῦν ὅμως ὅτι ὅλες οἱ ἁμαρτίες τους εἶναι σάν σταγόνα μπροστά στό πέλαγος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Ὤ ἀδελφοί μου, μετανοεῖτε, ὅσο ἀκόμα εἶναι καιρός. Ὁ Κύριος γεμάτος ἔλεος περιμένει τή μετάνοιά μας. Καί ὅλος ὁ οὐρανός, ὅλη ἡ γῆ καί ὅλοι οἱ ἅγιοι περιμένουν ἐπίσης τήν ἐπιστροφή μας.
Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τήν ἐντολή ν’ ἀγαποῦμε ἀλλήλους. Σ’ αὐτό ἔγκειται ἡ ἐλευθερία: στήν ἀγάπη γιά τόν Θεό καί γιά τόν πλησίον. Ἐδῶ βρίσκεται καί ἡ ἐλευθερία καί ἡ ἰσότητα. Στήν κοσμική τάξη εἶναι ἀδύνατο νά ὑπάρξει ἰσότητα –αὐτό ὅμως δέν ἔχει σημασία γιά τήν ψυχή. Δέν μπορεῖ νά εἶναι ὁ καθένας βασιλιάς ἤ ἄρχοντας, πατριάρχης ἤ ἡγούμενος ἤ διοικητής. Μπορεῖς ὅμως σέ κάθε τάξη ν’ ἀγαπᾶς τόν Θεό καί νά εἶσαι εὐάρεστος σ’ Αὐτόν –κι αὐτό εἶναι τό σπουδαῖο. Κι ὅσοι ἀγαποῦν περισσότερο τόν Θεό ἐπί γῆς , θά ἔχουν μεγαλύτερη δόξα στή Βασιλεία καί θά εἶναι πιό κοντά στόν Κύριο. Ὁ καθένας θά δοξασθεῖ κατά τό μέτρο τῆς ἀγάπης του.
Ἔμαθα πώς ἡ ἀγάπη ποικίλλει ὡς πρός τήν ἔντασή της. Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, φοβᾶται νά Τόν λυπήσει μέ κάτι· αὐτός εἶναι ὁ πρῶτος βαθμός. Ὅποιος ἔχει τό νοῦ καθαρό ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς, αὐτό εἶναι ὁ δεύτερος βαθμός, μεγαλύτερος ἀπό τόν πρῶτο. Ὅποιος αἰσθητά ἔχει τή Χάρη στήν ψυχή του, αὐτός εἶναι ὁ τρίτος βαθμός τῆς ἀγάπης, ὁ ἀκόμα μεγαλύτερος.
Ἡ τέταρτη βαθμίδα, ἡ τέλεια ἀγάπη γιά τόν Θεό εἶναι ὅταν ἔχει κανείς τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί στήν ψυχή καί στό σῶμα. Αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἁγιάζουν τά σώματα καί μετά τόν θάνατό τους γίνονται ἅγια λείψανα. Ἔτσι γίνεται μέ τά σώματα τῶν ἁγίων μαρτύρων, τῶν προφητῶν καί τῶν Ὁσίων ἀνδρῶν.

Ἅγιος Σιλουανός Ὁ Αθωνίτης