Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Περί τού άν οί έν τή Ιερά Μονή Εσφιγμένου είναι Σχισματικοί ή όχι . Στώμεν καλώς


   
   Έγκριτη εφημερίδα των Αθηνών εφιλοξένησεν κατά τους τελευταίους μήνας ωρισμένα κείμενα εκφράζοντα θέσεις της ομάδος της κατεχούσης κτίρια της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου εις το ʼγιον Όρος. Μάλιστα εις τα κείμενα αυτά η εν λόγω ομάς παρουσιάζεται ως «Ιερά Μονή Εσφιγμένου», «Εσφιγμενίται» κ.λπ.
Η Ιερά Μονή Εσφιγμένου επιθυμεί να απευθυνθή προς όλους τους καλοπροαιρέτους Χριστιανούς προκειμένου να θέση υπ' όψιν των τα κάτωθι εν απλότητι και αγάπη.
Α. Εν πρώτοις: είναι προφανές ότι οι φιλήσυχοι άνθρωποι της Εκκλησίας μας αντιμετωπίζουν μίαν σύγχυσιν περί το καθεστως των κατεχόντων τα κτίρια της Μονής, εν σχέσει προς την αδελφότητα της Μονής, η οποία ....δεν κατέχει τα κτίρια αυτά. Διερωτώνται σήμερον πολλοί: «τι συμβαίνει με την Μονή Εσφιγμένου», «είναι η δεν είναι Εσφιγμενίται οι ζώντες στην Μονή» κ.λπ.
Η σύγχυσις οφείλεται ακριβώς εις μόνον το γεγονός της κατοχής των κτιρίων και μάλλον ερείδεται επί της αγνοίας σημαντικών γεγονότων.
Η κατοχή των κτιρίων της Μονής μας τυγχάνει απολύτως αντικανονική, παράνομος και αντίθετος προς το καθεστώς του Αγίου Όρους, αφ' ου έχουν προηγηθή,το έτος 2002,αμετάκλητοι εκκλησιαστικαί και διοικητικαί πράξεις, του Οικουμενικού Πατριαρχείου αφ'ενός και της Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους και της Ελληνικής Πολιτείας αφ' ετέρου, δια των οποίων ούτοι εκηρύχθησαν σχισματικοί και απεφασίσθη η αποστέρησίς των από όλα τα δικαιώματα τα ανήκοντα εις τους εσφιγμενίτας μοναχούς και η απέλασίς των από το ʼγιον Όρος, ηκολούθησαν δε,το έτος 2005, αμετάκλητοι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας επικυρωτικαί εκείνων. Σημειωτέον, ότι εις το Συμβούλιον της Επικρατείας κατά των ως άνω πράξεων προσέφυγον αυτοί οι ίδιοι οι κατέχοντες τα κτίρια, και το Ανώτατον Δικαστήριον απέρριψεν τας αιτήσεις των άπαξ δια παντός.
Ότι πρόκειται λοιπόν περί παρανόμου κατοχής, δηλαδή περί καταλήψεως υπό ανθρώπων «μη Εσφιγμενιτών» δεν υπάρχει αμφιβολία, εφ' όσον ισχύη και εφαρμόζηται το Κανονικόν και Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, το Σύνταγμα του Κράτους και ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους.
Το θέμα είναι δυνατόν να τεθή διαφορετικώς, μόνον υπό την αντίθετον προϋπόθεσιν. Δηλαδή μόνον εάν αρνηθώμεν ότι ισχύουν οι νόμοι και αν δεχθώμεν ότι δεν πρέπει να εφαρμόζωνται. Θέττομεν εις την ελευθέραν κρίσιν εκάστου το «πρόβλημα», αν η αντικανονικότης, η παρανομία και γενικώς η πλήρης αναρχία, δύνανται να αποτελέσουν κανονισμόν συμπεριφοράς εις μίαν ευνομουμένην εκκλησίαν και κοινωνίαν.
Καθώς λοιπόν ο μόνος δρόμος δια την αμφισβήτησιν των εκκλησιαστικών, διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων είναι ο δρόμος της αναρχίας (αρνήσεως θεσμών και αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων, αρνήσεως του Κανονικού και του Κοινού Δικαίου κ.λπ.), τούτον ακριβώς και ακολουθούν αυτοί οι ίδιοι οι καταληψίαι των κτιρίων της Μονής: αμέσως μετά τας αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου προέβησαν εις την εντυπωσι-ακήν δήλωσιν, ότι «παρά τας αποφάσεις και προς λύπην του Συμβουλίου της Επικρατείας, του κυρίου Βαρθολομαίου και της Ιεράς Κοινότητος παραμένομεν κ.λπ.».
Ακολούθως, μέχρι σήμερον συμπεριφέρονται, ως εάν δεν υπάρχη τίποτε που να εμεσολάβησεν και να αφορά το καθεστώς των. Χρησιμοποιούν το λογότυπον της Μονής, εκδίδουν παραστατικά της Μονής (ασφαλώς όλα αυτά είναι άκυρα και αποβαίνουν εις βάρος των εκδοτών των αλλά και των αποδεκτων των) και γενικώς συμπεριφέρονται ως νόμιμοι εκπρόσωποι της Μονής, εν ω δεν έχουν με την Μονήν καμίαν σχέσιν, πλην της αυθαιρέτου σωματικής παρουσίας των. Βεβαίως παραλλήλως οι ίδιοι επιδιώκουν να κάμουν χρήσιν των φορολογικών και άλλων προνομίων του Αγίου Όρους εκδίδοντες ακόμη και απαλλακτικά του ΦΠΑ προς τους ανυποψιάστους συναλλασσομένους μαζί των και παρασύροντες ούτώ πως πολλούς ανθρώπους εις άνευ προηγουμένου περιπετείας.
Γενικώς ειπείν, το καθεστώς των προσομοιάζει με το του ενοικιαστού, κατά του οποίου εξεδόθη δικαστική απόφασις περί εξώσεως και αυτός καταλαμβάνει το μίσθιον αμέριμνος και ακλόνητος εις την θέσιν του.
Β. Εις ωρισμένας συζητήσεις ακούομε την παρατήρησιν, ότι αι ως άνω θέσεις περιορίζονται εις μίαν νομοκανονικήν θεώρησιν και αποφεύγουν την ουσίαν του πράγματος.
Η άποψις, ότι αι κρίσιμοι αποφάσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου, Αγίου Όρους και Ελληνικής Πολιτείας κείνται μακράν της ουσίας η ότι το επιχείρημα εκ των αποφάσεων αυτών παραθεωρεί την ουσίαν και την πραγματικότητα, στερείται λογικής η μάλλον κινείται εξωλογικώς. Συνήθως ερείδεται επί γενικολόγων και επιπολαίων βατολογιών, κατά τας οποίας αίφνης αι Αρχαί διώκουν εκδικητικώς καλοκαγάθους ανθρώπους κ.λπ. Η ψυχραιμία και η σοβαρότης όμως, μάλλον απουσιάζουν από αυτόν τον τρόπον σκέψεως.
Εκ προοιμίου κρίνομεν σκόπιμον να τονίσωμεν, ότι προδήλως είναι άστοχον και προσβλητικόν δια τους επιληφθέντας αρμοδίως: Οικουμενικόν Πατριαρχείον, ʼγιον Όρος και Ελληνική Πολιτεία, αι πράξεις των να αντιμετωπίζωνται ως αγνοούσαι την ουσίαν η ως προελθούσαι με κριτήρια συναισθηματικού τύπου. Απλή ανάγνωσις των αποφάσεων δεικνύει, ότι η σωρεία των πράξεων και αποφάσεων της Μητρός Εκκλησίας, της Ιεράς Κοινότητος και της Ελληνικής Πολιτείας εστηρίχθη εις γνωστά τοις πάσι γεγονότα μη δυνάμενα να τεθούν υπό αμφισβήτησιν. Αι εν λόγω πράξεις και αποφάσεις μάλιστα ωλοκληρώθησαν, μόνον αφού παρήλθεν τεράστιον χρονικόν διάστημα γέμον πλείστων όσων προσπαθειών, αι οποίαι απεκρούσθησαν πάντοτε υπό των ανθρώπων αυτών και μόνον αφού οι ίδιοι εκλήθησαν προς καταβολήν υστάτης προσπαθείας συνεννοήσεως και αποκαταστάσεως της ενότητος και ηρνήθησαν. Τέλος το Ανώτατον Δικαστήριον διαπιστώσαν την αρτιότητα και νομιμό-τητα των πράξεων και αποφάσεων τας επεκύρωσεν.
Επειδή όμως αυτή η λογική προσέγγισις των κρισίμων αποφάσεων πιθανώς εξακολουθεί να μην αρκή δια τον δύσπι-στον αναγνώστην, ας προσεγγίσωμεν την ουσίαν.
Το ότι οι κατέχοντες σήμερον τα κτίρια είναι σχισματικοί, δεν είναι η κρίσιμος Πατριαρχική πράξις που το διεπίστωσεν πρώτη. Αντιθέτως, η Ιερά Κοινότης και το Πατριαρχείον αλλά και η κοινή συνείδησις του Αγίου Όρους, από το 1972 και εντεύθεν αντεμετώπιζον ως σχισματικούς τους «Εσφιγμενί-τας» μοναχούς. Απλώς το 2002 πλέον εθεωρήθη παρά πάντων ότι εξέλειπαν όλαι αι πιθανότητες αποκαταστάσεως της τρωθείσης τόσον δεινώς ενότητος του σώματος του Αγίου Όρους και της Εκκλησίας και ούτω ελήφθησαν αι κρίσιμοι αποφάσεις πριν η κατάστασις καταστή παντελώς ανεξέλεγκτος και μη αναστρέψιμος.
Ως γνωστόν δε παλαιόθεν εθεωρήθη άκρως επικίνδυνον και ως εκ τούτου αδιανόητον να εγκαταβιούν εις το ʼγιον Όρος σχισματικοί και τούτο είχεν προβλεφθή πάντοτε ρητώς και απεριφράστως. Οι παλαιοί Αγιορείται Πατέρες, οι οποίοι είχον ανέκαθεν αδούλωτον φρόνημα και παρρησίαν γνώμης, διεφώ-νουν συχνάκις μεταξύ των και προς τας επιλογάς της Μητρός Εκκλησίας, αλλά πάντοτε εντός ωρισμένων ορίων και διατηρούντες σταθερώς αρραγή την ενότητά των. Δι' αυτούς το σχίσμα απετέλει κορυφαίον αμάρτημα. Ούτω απέκλεισαν απολύτως την εγκαταβίωσιν σχισματικών εν Αγίω Όρει.
Εάν τυχόν όμως αμφιβάλλουν κάποιοι δια την διαπίστωσιν εν προκειμένω των προϋποθέσεων του σχίσματος, ερωτώμεν και παρακαλούμεν να απαντήσουν εν νηφαλιότητι, ιδίως οι έχοντες έστω στοιχειωδώς εκκλησιαστικήν ζωήν:
Τι άλλο είναι άραγε κάποιοι, αν όχι σχισματικοί, όταν νυχθημερόν αρνώνται την πνευματικήν υπαγωγήν εις τον εκάστοτε Οικουμενικόν Πατριάρχην και επί πλέον εις πάσαν ευκαιρίαν χυδαιολογούν εναντίον του και του απευθύνουν φοβεράς ύβρεις ακόμη και εις απλούν ανθρώπινον επίπεδον, ενώ οι ίδιοι λειτουργούν επί ξένου αντιμηνσίου; Πέραν τούτου όμως:
Τι είναι όταν αρνώνται την κοινωνίαν με όλας τας ορθοδόξους Εκκλησίας και ειδικώς με όλας τας Μονάς του Αγίου Όρους;
Τι είναι, αν όχι σχισματικοί, αυτοί που αρνούνται την συμ-προσευχήν με τας Μονάς του Αγίου Όρους και εξ αιτίας αυτού δεν συμμετέχουν εις τα κοινά όργανα της αγιορειτικής πολι-τείας και διατηρούν μίαν Κυρίαρχον Μονήν εκτός του σώματος των αγιορειτικών Μονών;
Τι είναι, αν όχι σχισματικός, αυτός που θεωρεί άκυρα τα μυστήρια όλων ημών των τηρούντων κοινωνίαν μεταξύ μας και με το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και τας λοιπάς Ορθοδόξους Εκκλησίας;
Τι είναι, αν όχι σχισματικός, αυτός που καλεί τους προσκυνητάς της Μονής να επαναβαπτισθούν;
Τι είναι, αν όχι σχισματικός, ο προτρέπων τους πάντας να εξέλθουν από την Εκκλησία μας, «επειδή είναι του Σατανά», όπως διαβεβαιώνει ο ίδιος;
Πεδίον συζητήσεως δεν απομένει νομίζομεν περί του αν πρόκηται εδώ περί βαρείας μορφής σχίσματος. Ούτε περί του αν δικαιούνται οι ελευθέρως επιλέξαντες και σταθερώς εμμένοντες εις το σχίσμα να εγκαταβιούν εις το ʼγιον Όρος.
Πεδίον συζητήσεως θα ηδύνατο να προκύψη, μόνον εάν ετίθετο υπό αμφισβήτησιν ο παμπάλαιος κανών ο ορίζων, να μη εγκαταβιούν εις το ʼγιον Όρος σχισματικοί. Και εν προκειμένω, όπως και ανωτέρω, θέττομεν το ζήτημα εις την κρίσιν των νηφαλίων ανθρώπων:
Υποστηρίζει άραγε κάποιος σοβαρώς, ότι οι σχισματικοί γενικώς δέον να δικαιούνται να εγκαταβιούν εις το ʼγιον Όρος; Μήπως τότε, αν δηλαδή αντιμετωπισθή το θέμα ως υπόθεσις ελευθερίας εκφράσεως της θρησκευτικής εκάστου συνειδήσεως, τούτο πρέπει να ισχύση και δια τους ετεροδόξους και, διατί όχι, και δια τους αλλοθρήσκους; Διατί να τεθούν τα όρια ανοχής πέραν του σχίσματος και όχι πέραν του θρησκεύματος; Γίνεται αντιληπτόν, που δύναται να οδηγήση μία τοιαύτη συζήτησις, την οποίαν αφελώς παραθεωρούν η αγνοούν η ανέχονται η διεξάγουν ωρισμένοι;
Υποστηρίζει μήπως κανείς ενσυνειδήτως, ότι ειδικώς επί των ανθρώπων αυτών δεν έδει να εφαρμοσθούν τα περί σχι-σματικών; Βάσει τίνων επιχειρημάτων θα εγένετο όμως τοιαύτη διάκρισις; Καθώς δεν γνωρίζομεν ούτε εν επιχειρήμα, υποθέττομεν ότι η διάκρισις θα είχε σχέσιν μόνον με την δυσχέρειαν της υλοποιήσεως της απομακρύνσεως των σχισματικών αυτών ανθρώπων. Νομίζομεν όμως, ότι θα επικρατή εις την υποθετικήν αυτήν σκέψιν μία σαφής ανευθυνότης.
Εν πάση περιπτώσει: όσοι ακούουν με συμπάθειαν τους περιπεσόντας εις την κατάστασιν ενός δεινού σχίσματος και έχουν υπ' όψιν των την ιδιοτυπίαν του αγιορειτικού καθεστώ-τος και της αγιορειτικής ιστορίας, συμφωνούν άραγε μαζί των πράγματι, ότι η κατάστασις αυτή είναι ακίνδυνος δια το ʼγιον Όρος; Η μήπως φρονούν, ότι θα πρέπη να προσχωρήσωμε όλοι ημείς οι υπόλοιποι Αγιορείται και όλαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εις τας δοξασίας των, δια να αρθούν δι' αυτού του τρόπου το σχίσμα των και οι ποικίλοι εξ αυτού κίνδυνοι;
Γ. Ακούομε συχνάκις το επιχείρημα, ότι οι ένοικοι της Μονής ζουν επί πολλά έτη εντός των τειχών της και είναι άδικον να απομακρυνθούν.
Από πλευράς ανθρωπίνης ασφαλώς δεν είναι ούτε ανώδυνον ούτε ευχάριστον. Επειδή όμως όλοι γνωρίζομεν ότι αι διαστάσεις του θέματος είναι ευρύτεραι και πολύπλευροι δέον όπως διευκρινισθούν τα εξής:
Είναι γνωστόν, ότι το σχετικόν ζήτημα τίθεται, αφ' ης εξετραχύνθη πέραν παντός ορίου η στάσις των ιθυνόντων εντός της Μονής. Προ της τροπής αυτής των πραγμάτων, αδιάπτωτοι ήσαν αι προσπάθειαι και άσβεστοι αι ελπίδες συγκλήσεως, κάποτε δε εθεωρήθη όντως εφικτόν να επιτευχθή η ποθητή ενότης. Όλοι οι αγιορείται πατέρες και οι έστω κατ' ελάχιστον γνωρίζοντες το θέμα φίλοι του Αγίου Όρους αλλά και πολλά μέλη της εν λόγω ομάδος, ομολογούν ότι η κατάστασις εξετράπη λόγω της πρωτοφανούς φανατικής αδιαλλαξίας του και σήμερον ηγέτου των και των περί αυτόν ελαχίστων, οι οποίοι εκτός των άλλων απέρριψαν και σειράν όλην αλλεπαλλήλων συμβιβαστικών προτάσεων. Αποτελεί κοινήν πεποίθησιν, ότι εκ των έσω προέκυψεν το πρόβλημα.
Οι κινούντες λοιπόν τα ηνία και οδηγήσαντες τους συμμο-ναστάς των αμετακλήτως εις την δεινήν σημερινήν θέσιν, είναι δίκαιον να αναλάβουν κάποτε και την ευθύνην να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι το πρόβλημα της απομακρύνσεως, αντί να προβάλλουν ανεξόδως εαυτούς ως μάρτυρας.
Κατακλείομεν αναφερόμενοι εις την ημετέραν θέσιν. Ευθύς από της αναλήψεως της Μονής η αδεφότης και προσωπικώς ο Καθηγούμενος ετοποθετήθημεν σαφώς:
Ανελάβομεν ένα σύνθετον έργον λέγοντες «να είναι ευλογημένο» εις την πρόσκλησιν του Αγίου Όρους. Προχωρούμεν σταθερώς και αποκαθιστώμεν σταδιακώς την εύρυθμον λειτουργίαν των υποθέσεων της Μονής. Βαθμηδόν επιλύομεν συν Θεώ πολλά προβλήματα με ιδιαιτέρως θλιβεράς πτυχάς, η αναφορά εις τας οποίας δεν είναι του παρόντος. Η Μονή άγει νέαν περίοδον εις την ιστορίαν της και έχει εισέλθη αμετακλήτως εις μίαν πορείαν, η οποία δεν είναι δυνατόν πλέον να ανακοπή.
Με τους παραμένοντας παρανόμως εντός της Μονής δεν μας χωρίζει τίποτε εις ανθρώπινον επίπεδον. Έχομεν ανοικτήν την αγκάλην μας και τους εκαλέσαμεν και τους καλούμεν πάντοτε, όλοι όσοι προτάσσουν ανυποκρίτως και ασκοπίμως την αγάπην των δια την Ιεράν Μονήν Εσφιγμένου και το ʼγιον Όρος, να κατανοήσουν την αιτίαν του προβλήματός των και να αποδεχθούν την πραγματικότητα, να προσέλθουν κοντά μας και να μας δώσουν την χαρά να εξετάσωμε τας δυνατότητας της ειρηνικής συνυπάρξεώς των με την νέαν διοίκησιν της Μονής.
Ευχόμενοι εις όλους να Σας σκέπη η χάρις της Παναγίας μας, διατελούμεν μετά πολλής της τιμής.

Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής του Εσφιγμένου
+Αρχιμ. Χρυσόστομος
και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί .


 Αναδημοσίευση από : http://www.esphigmenou.gr/